10 Απρ 2009
athens street art (con'd)
27 Μαρ 2009
20 Μαρ 2009
Ρυθμοί Μεγάλοι
Οι δύο καλλιτέχνες - αυτοαποκαλούμενοι ο διαλεχτός της άρνησης (Αρτέμης) κι ο ακριβογιός της πίστης (Ευθύμης) επιχειρούν να δομήσουν - και το καταφέρνουν - ένα άκρως ρομαντικό προφίλ, βασισμένο στο έπος του απομονωτισμού, της ξενοφοβίας και της ηρωικής οπισθοδρόμησης («πίσω ολοταχώς!»). Ακούστε:
Ρίμες από ατσάλι - Ρυθμοί μεγάλοι
[…]Πάνω από την μετριότητα,
ψάχνουμε για πνευματικότητα
κι αυτό το γνωρίζει η χιπ-χοπ κοινότητα
Ζητάμε πρότυπα που οικοδομούν προσωπικότητα
κι όχι τα καθιερωμένα χιπ-χοπ στερεότυπα.
Παραδοσιακός και επαναστάτης εν τω άμα,
Και καμία προπαγάνδα,
δεν αρκεί για να το σταματήσει,
στο 'χα πει, αλλά δεν είχες εννοήσει,
ότι δεν είμαι ο Έλληνας που έχεις συνηθίσει!
Και διατηρώ ακόμα,
μέσα στην σηπεδώνα,
την ελληνική γραμμή
και το ελληνικό το χρώμα
όπως, πριν από έναν αιώνα,
ο Περικλής Γιαννόπουλος
τ' αντίθετο θα 'ταν αισχύνη, θα 'ταν όνειδος!
Το ξέρεις!
Δεν θα καταφέρεις, να με συνεφέρεις!
Ρομαντικός, όπως ο Μάρκος Ρενιέρης!
Δεν αλλάζω δρόμο
και αν κρατάς μικρόφωνο για την ΄κονόμα,
το κρατώ για τον Κωνσταντίνο Οικονόμο!
Δηλώνω: δεν μ' εμπνέουν τηλεοπτικοί λαπάδες
μα, πνευματικές λαμπάδες
όπως οι Κολλυβάδες!
Το χιπ χοπ με έχει στρατιώτη,
απ' την μέρα την πρώτη,
Όπως η αττική διάλεκτος είχε τον Μιστριώτη!
Επιμελώδημα:
Μεσ' απ' το σκοτάδι
πάλι βγάζουμε κεφάλι.
Πάλι ρίμες απ' ατσάλι,
πάλι ειν' οι ρυθμοί μεγάλοι.
Σε αυτά τα κείμενα, η νοσταλγία για το ελληνικό παρόν καλλιεργείται μέσα από την επίκληση στις αξίες του παρελθόντος, όπως «η ελληνική γραμμή και το χρώμα» του Γιαννόπουλου, η ορθοδοξία κ.ο.κ., με τη μορφή «λίστας» των μεγάλων αντιδραστικών (να, λοιπόν, ποιος μπορεί να θυμάται σήμερα τον Μιστριώτη!). Φτάνουμε έτσι στη σύμπηξη ενός νέου δόγματος περί της ελληνικής διαφοράς, μέσω μιας ψευδώς ιδιοπρόσωπης προσέγγισης στον εθνικό μυστικισμό, η οποία υιοθετείται από τη ρητορική του ελληνικού εθνικισμού, κυρίως στην πεζή εκδοχή του. Η διάδοση του Ίντερνετ ευνόησε ιδιαίτερα παρόμοιες φωνές, οι οποίες κυριαρχούν στον κυβερνοχώρο, δίνοντας την εντύπωση πως η Ελλάδα κατοικείται από φανατικούς ελληνολάτρες που αγρυπνούν στις επάλξεις περιμένοντας την «παγκοσμιοποίηση» να αλώσει τις αξίες του έθνους αλλοιώνοντας τα προαιώνια χαρακτηριστικά της φυλής. Αν και η πλειονότητα αυτών των δράσεων – συνηθέστερα με τη μορφή ιστολογίων ή διαδραστικών φόρουμ – δεν αντέχει σε σοβαρή ιστορική κριτική, φαίνονται να επιτελούν ένα βασικό σκοπό, παρέχοντας διέξοδο στη συλλογική εθνική απόγνωση κάποιων περιθωριακών (προς το παρόν;) ομάδων. Αναπόφευκτα, το δίπολο «εθνική ταυτότητα» και «παγκοσμιοποίηση» αποτελεί το σχεδόν αποκλειστικό πεδίο δράσης τους.
Η γραφικότητα αυτών των εξάρσεων δεν θα πρέπει να μας παρασύρει στην εκ των προτέρων απόρριψη της πολιτισμικής τους αξίας. Όσο κι αν η αισθητική τους ενδεχομένως δεν μας αφορά (είναι σαφές ότι οι Ρίμες απ’ ατσάλι, για παράδειγμα, δεν είναι γραμμένοι για ιστορικούς μιας κάποιας ηλικίας), τα «οργισμένα» αυτά πονήματα μάς υπενθυμίζουν ότι οι κοινότητες στην περιφέρεια της Δύσης – ή σε πολιτισμική και πολιτική εξάρτηση από αυτήν – προχωρούν, όπως ειπώθηκε και στην εισαγωγή του παρόντος τόμου, σε μη δυτικές, ιδιοσυγκρασιακές ενδεχομένως αλλά πάντως αυθεντικές εκδοχές της νεωτερικότητας, πέρα από τον έλεγχο των μητροπολιτικών κέντρων από τα οποία εκπορεύεται η «κανονική» εκδοχή της (το άσμα των Αρτέμη / Ευθύμη κυκλοφορεί από την «mainstream» Heaven). Έτσι, η αστραπιαία διάδοση του εθνικιστικού ιδεώδους πέρα από τα γεωγραφικά και πολιτισμικά όρια της Δύσης οδήγησε στην ανάδυση εθνικισμών σε ευθεία αντιπαράθεση με την ηγεμονία των δυτικών αποικιοκρατικών δυνάμεων (και την πολιτιστική τους πρωτοκαθεδρία).
Είναι, τελικά, η παγκοσμιοποίηση αυτών των κινημάτων που τα καθιστά αναγνωρίσιμα.
Όμως θα συνεχίσω συστηματικότερα στο προσεχές μέλλον.
13 Μαρ 2009
Η διάθλαση των οριζόντων (iii)
Δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλο κομμάτι του διαλόγου για την παγκοσμιοποίηση διεξάγεται περί και εντός των όρων και των ορίων του εθνικού κράτους και με τελικό διακύβευμα αυτό που ονομάζουμε εθνική κουλτούρα.Αν η παγκοσμιοποίηση επαγγέλλεται έναν «κόσμο χωρίς σύνορα», γεωγραφικά, πολιτικά και πολιτισμικά, δεν αποτελεί θανάσιμο πλήγμα για το «χαϊδεμένο παιδί» της Ιστορίας, το εθνικό κράτος; Κι αν αυτό είναι όντως έτσι, πρέπει να πολεμήσουμε για να σταματήσουμε την οδυνηρή αυτή εξέλιξη ή μήπως να αναστενάξουμε με ανακούφιση για το τέλος μιας ξεπερασμένης πραγματικότητας;
Οι απόψεις, και πάλι, διίστανται δραματικά: υπάρχουν, κατά πρώτον, αυτοί που θεωρούν ότι το εθνικό κράτος δεν κινδυνεύει από το τέλος της νεωτερικότητας διότι δεν αποτελεί πνευματικό της τέκνο, αλλά την προοικονομεί και την προετοιμάζει. Για άλλους, το εθνικό κράτος είναι δομικό στοιχείο της παγκοσμιοποίησης, την υπηρετεί και την εμπεδώνει. Άλλοι πάλι, που δηλώνουν απόλυτα αντίθετοι με τον επιθετικό κορπορατισμό και την ισοπεδωτική ιδεολογία βάσει των οποίων οργανώνεται το πρόγραμμα της παγκοσμιοποίησης, επιμένουν πως – παρά τις εγγενείς ή επίκτητες αδυναμίες του – το εθνικό κράτος «ίσως είναι η μόνη πολιτική δομή που μπορεί να προστατέψει τους λαούς του τρίτου κόσμου από το ολοκληρωτικό σύστημα που επιχειρούν να εγκαθιδρύσουν τα ολιγοπώλια». Είναι, άλλωστε, κοινή παραδοχή πως η παγκοσμιοποιητική στρατηγική, εστιάζοντας στις υπερεθνικές δράσεις, οξύνει τα τοπικά προβλήματα, είτε θέτοντάς τα σε παγκόσμιο ορίζοντα (π.χ. συγκριτικές διαφορές Βορρά – Νότου) είτε, απλά, αγνοώντας τα. Ακόμη όμως και όσοι, όπως ο Giddens για παράδειγμα, θεωρούν ότι η παγκοσμιοποίηση (την οποία ο συγκεκριμένος μελετητής αναγνωρίζει ως «εγγενές στοιχείο της νεωτερικότητας») δεν απειλεί τη νομική υπόσταση του εθνικού κράτους ούτε τη φυσική του παρουσία, παραδέχονται ότι απειλεί παρ’ όλα αυτά την πολιτιστική του αυτονομία, άποψη που βέβαια συμμερίζονται πολλοί και στην Ελλάδα. Η ανεμπόδιστη διάχυση ιδεών, επιρροών, αλλά και πρακτικών στην οικονομία, την τέχνη, τη διασκέδαση, τον ελεύθερο χρόνο, τους κοινωνικούς θεσμούς, συντελεί στη δημιουργία μιας παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας, βασισμένης λίγο, ή καθόλου, σε αυτό που έχουμε συνηθίσει να αναγνωρίζουμε ως «εθνική κληρονομιά».
Παράλληλα, με την ενθάρρυνση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, το κοινό διεκδικεί ενεργό ρόλο στην επαναδιαπραγμάτευση του παρελθόντος, στη διαχείριση της κοινής πολιτισμικής κληρονομιάς, αμφισβητώντας την άλλοτε αδιαφιλονίκητη πρωτοκαθεδρία θεσμών, κρατικών συνήθως, όπως το πανεπιστήμιο ή το μουσείο. Συγκροτείται έτσι, σε επίπεδο εθνικό («ντόπιοι») ή υπερ-εθνικό («τουρίστες»), ένα οργανωμένο καταναλωτικό κοινό τού συλλογικού πολιτισμικού κεφαλαίου, που συνειδητοποιεί, σταδιακά, τη δύναμή του ως αμέσου ή εμμέσου χορηγού της πολιτισμικής έρευνας την οποία και εννοεί να ελέγχει (επαληθεύοντας την πρόβλεψη περί ωσμώσεων που κινούνται «από κάτω προς τα επάνω». Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι η συζήτηση γύρω από τον πολιτισμό συχνά περιστρέφεται γύρω από τα «πολιτισμικά» – κατά το «καταναλωτικά» – αγαθά. Αντίθετα, η πλειονότητα των διανοουμένων, πανεπιστημιακών ή θεσμικών φορέων αντιμετωπίζει με δυσπιστία την είσοδο του «υψηλού» πολιτισμού (αρχαιολογία, καλές τέχνες κλπ) στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο της μαζικής κουλτούρας, των μέσων μαζικής ενημέρωσης και της αγοράς, προειδοποιώντας για την αλλοτρίωση του πρώτου από τον δεύτερο. Επικαλούνται, επικουρικά, την κοινότυπη πλέον αντίληψη ότι τα φαινόμενα αυτά είναι υπεύθυνα για τα εκφυλιστικά συμπτώματα των κοινωνιών του όψιμου καπιταλισμού, τις οποίες βλέπουν να δελεάζονται από το επιφανειακό, το ρηχό, το εφήμερο και το εμπορικό.
Πόσο κινδυνεύει η (εθνική) κουλτούρα από τη χρήση της και την ώσμωση που αυτή επιφέρει; Πρέπει, εν τέλει, να φοβόμαστε αυτό που ο Fredric Jameson και άλλοι αποκαλούν «Ντισνε-οποίηση» (Disneyfication) της κουλτούρας; Ή, αποδεχόμενοι ως πραγματική την ανάγκη επαναδιαπραγμάτευσης του συλλογικού παρελθόντος μέσα από την αναδυόμενη κουλτούρα της παγκοσμιοποιημένης μνήμης (που έχει πλέον απεξαρτηθεί από τα παραδοσιακά κέντρα ελέγχου), να ασκήσουμε το δικαίωμά μας στην διάκριση και την επιλογή μέσα (και) από τους μηχανισμούς της μαζικής κουλτούρας και των media; Κινδυνεύει πράγματι αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως «εθνική κουλτούρα» από τις εξελίξεις σε έναν κόσμο όπου τα ίδια τα άλλοτε κραταιά εθνικά κράτη παραχωρούν οικειοθελώς τμήμα της κυριαρχίας τους σε υπερεθνικούς (οικονομικούς, πολιτικούς, πολιτιστικούς) φορείς;
Παραδοσιακά ορίζουμε την κουλτούρα ως ένα σύστημα ποιοτικών χαρακτηριστικών και των δομών που τα συνέχουν. Οδηγεί αυτή η παραδοχή στην κατασκευή και ενδεχομένως και τη «θεοποίηση» ενός απολιθωμένου παρελθόντος; Η Ελλάδα ειδικότερα, μια χώρα όπου ο διάλογος για τη διάσωση και προβολή του παρελθόντος καταλαμβάνει σημαντικό τμήμα της εντόπιας πνευματικής ζωής, πώς μπορεί να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις που θέτει το παγκοσμιοποιημένο τοπίο; Η συζήτηση περί παγκοσμιοποίησης αναγκαστικά εγγράφεται στη συζήτηση περί της μετα-νεωτερικότητας και των ορίων της νεωτερικότητας. Είτε δηλαδή αποδεχόμαστε ότι το μοντέρνο και το μετα-μοντέρνο αποτελούν στάδια μιας ιστορικής συνέχειας ή ασυνέχειας, είτε θεωρούμε το δεύτερο τη διάψευση του πρώτου, καλούμαστε να αναθεωρήσουμε τις βεβαιότητες που έχουν παγιωθεί στη συνείδησή μας σχετικά με τη νεωτερικότητα καθώς η προβληματική προβάλλεται πλέον στον παγκόσμιο ορίζοντα. Η συζήτηση αυτή δείχνει ότι η νεωτερικότητα αγγίζει τα όριά της, όχι τόσο τα χρονικά, όσο τα γεωγραφικά.
Η παρούσα εμπειρία χαρακτηρίζεται από «ασυνέχειες», «ανισότητες», «μειονότητες» (όρους που δανείζομαι από τον Homi Bhabha) και την πολυφωνία που αυτές συνεπάγονται. Η «εξαγωγή» - ειρηνική ή μη – του νεωτερικού ήθους από τα μητροπολιτικά κέντρα στα περιφερειακά δημιούργησε, διακόσια χρόνια τώρα, μια νέα πραγματικότητα η οποία χαρακτηρίζεται πλέον από γενικευμένη ρήξη. Κάθε άλλο παρά καταδικασμένες να είναι εσαεί «καταναλωτές της νεωτερικότητας», οι μη δυτικές κουλτούρες έχουν προχωρήσει σε αυθεντικές, ιδιοσυγκρασιακές, μη δυτικές εκδοχές του μοντέρνου, τις οποίες διεκδικούν. Η Ελλάδα, ως μια χώρα στις παρυφές της Δύσης, σε μόνιμη σχεδόν πολιτική και πολιτισμική εξάρτηση με τη Δύση, αλλά και σε ρήξη (επίσης πολιτική και πολιτισμική) με αυτήν, προτάσσει αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως «εθνική κουλτούρα» ως αντίδοτο στις επιβουλές κάθε ανοίκειας επιρροής. Έχοντας διαγνώσει σε αυτό που ορίζουμε ως «κουλτούρα της παγκοσμιοποίησης» τον συγκρητισμό και τον εκλεκτικισμό ως δύο βασικές πνευματικές ποιότητες, αντιδρούμε βίαια στο ενδεχόμενο να αλλοιωθεί το εθνικό πνευματικό στίγμα – αυτό που προβάλλουμε ως αυθεντικό, ενιαίο, συνεχές, προαιώνιο, γεωγραφικά και φυλετικά καθορισμένο.
Κεντρική θέση στη διαμάχη, ως βασικά επιχειρήματα των αντικρουόμενων πλευρών, όσο και τελικά διακυβεύματα της ίδιας της διαμάχης αυτής, αποτελούν το παρελθόν – ως συλλογικό κτήμα και ιδεολογικό έρεισμα – και η μνήμη – ως συγκρουσιακός τόπος μεταξύ των «ιδιοκτητών» του παρελθόντος και των διεκδικητών του. Όσο οι εθνικές δυνάμεις αισθάνονται ότι η πολιτισμική «ιδιομορφία» που τις συνέχει και τις αιμοδοτεί απειλείται από την παγοσμιοποιητική ισοπέδωση, τόσο επιχειρούν να προβάλουν, ως πνευματικό αντιστάθμισμα και ελιξίριο πολιτιστικής μακροζωίας, αυτό που οι ίδιες ορίζουν ως «εθνική κουλτούρα».
Η ειρωνεία έγκειται στο ότι τα μέσα που μετέρχονται για το σκοπό αυτό, είναι τα ίδια τα αποκηρυγμένα μέσα που λειτουργούν ως όπλα της παγκοσμιοποίησης: η γλώσσα της αγοράς, οι στρατηγικές της επικοινωνίας, και το δέλεαρ του καταναλωτισμού. Όσο οι τοπικές βιομηχανίες, θύματα της παγκοσμιοποίησης της αγοράς, παρακμάζουν – κάτι που βιώνουμε στην Ελλάδα με αυξανόμενους ρυθμούς τις τελευταίες δεκαετίες – τόσο η ανάγκη να εκμεταλλευτούμε οικονομικά (μέσω του τουρισμού) το εθνικό «παρελθόν» καθίσταται ολοένα και πιο επιτακτική. Λέγεται συνεχώς, ήδη από τη δεκαετία του 1980 νομίζω, πως «ο πολιτισμός αποτελεί τη βαριά βιομηχανία της Ελλάδας» δήλωση που επαναλαμβάνεται κατά κόρον από τους υπουργούς πολιτισμού και τουρισμού της χώρας: ίσως είναι καιρός να αντιληφθούμε τη ζοφερότητα αυτής της διαπίστωσης που συνιστά, κατά τη γνώμη μου, αποδοχή συντριπτικής ήττας.
Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, η ανάδειξη, μέσω του «εξωραϊσμού» και των αναστηλώσεων, της μνημειακής πολιτιστικής κληρονομιάς στην Ελλάδα ήταν ρητά συνδεδεμένη με την επαγγελία της τουριστικής ανάπτυξης, είχε δηλαδή τον χαρακτήρα της «προς τα έξω» και όχι «προς τα μέσα» προβολής του εγχώριου πολιτισμικού κεφαλαίου, με εκπεφρασμένο σκοπό την εξαργύρωσή του.
Πολιτικά, αλλά και πολιτισμικά, το εθνικό κράτος φαίνεται «πολύ μικρό για τα μεγάλα προβλήματα στη ζωή, και πολύ μεγάλο για τα μικρά». Καλούμαστε να αποφασίσουμε ποιος εχθρός είναι δεινότερος: το παγκόσμιο κεφάλαιο και η κοσμοπολίτικη πολιτισμική αγορά, ή η εθνική μονόπλευρη στενομυαλιά; Ενδεχομένως να πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα νέα προβλήματα με νέα όπλα, και στη διαδικασία αυτή να επανεξετάσουμε τη συγκρότηση της εθνικής κουλτούρας. Αν αντιμετωπίζουμε την εθνική κουλτούρα ως ένα σύνταγμα στοιχείων απολιθωμένων στο προαιώνιο παρελθόν, καθαγιασμένων από την Ιστορία, είναι σαφές ότι κινδυνεύει από την παρούσα ρήξη με τον χρόνο. Η μετατόπιση της οπτικής ευνοεί, υποθέτω, την εκ νέου προσέγγιση στην οντολογία της εθνικής κουλτούρας, πέρα από την αποκρυσταλλωμένη ματιά άλλων εποχών.
6 Μαρ 2009
Η διάθλαση των οριζόντων (ii)
Η συζήτηση γύρω από την παγκοσμιοποίηση τέμνει τη συζήτηση περί μετα-νεωτερικότητας, και σε ορισμένα σημεία ταυτίζεται με αυτήν. Από τη μια μεριά τοποθετούνται οι αναλυτές που ανήκουν στη μαρξιστική παράδοση, για τους οποίους η παγκοσμιοποίηση είναι ένα ακόμη (αναπόφευκτο;) στάδιο στην εξέλιξη του ύστερου ή ύστατου καπιταλισμού, όπως άλλωστε και αυτό που ονομάζουν μετα-μοντέρνα κατάσταση. Όπως παρατηρεί σε ένα κείμενό του ο Fredric Jameson (ο οποίος πάντως εντάσσεται δυναμικά σε αυτήν την κατηγορία μελετητών, αν δεν είναι και ο κεντρικός εκπρόσωπός της), ακόμη κι αν μας ενθουσιάζουν τα τεχνολογικά επιτεύγματα, θρηνούμε την απώλεια της δόξας του μοντέρνου – τις δυνατότητες που χάριζε ο μοντερνισμός στην τέχνη, την υποχώρηση της Ιστορίας από το βάθρο του θεμελιώδους ερμηνευτή της ανθρώπινης ύπαρξης, και – κυρίως – το τέλος τού κατ’ εξοχήν νεωτερικού πεδίου συζήτησης (και διαμάχης) όπου οι μεγάλες ιδεολογίες κρατούσαν τη δύναμη και το κύρος των μεγάλων θρησκειών άλλων εποχών. Όλα αυτά για να καταλήξει στη διαπίστωση ότι «η παγκοσμιοποίηση είναι μια επικοινωνιακή σύλληψη, που συγκαλύπτει και διαδίδει εναλλάξ πολιτισμικά ή οικονομικά νοήματα».Αναπόφευκτα, παρόμοιες περιγραφές του παγκοσμιοποιημένου πεδίου επικεντρώνονται στον ρόλο των παντοδύναμων πολυεθνικών εταιριών και την εμπλοκή τους στις οικονομίες του Τρίτου Κόσμου, τον αποσταθεροποιητικό – κατά την εκτίμησή τους – ρόλο των υπερεθνικών οργανισμών και της παρεμβατικής δράσης τους σε παγκόσμιο επίπεδο (μέσω των νέων, πανίσχυρων, διακρατικών συμφωνιών που ενεργοποιήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1990), και γενικότερα στις στρατηγικές και τους μηχανισμούς του διεθνούς κεφαλαίου το οποίο διατρέχει κουλτούρες και σύνορα.
Από την αντίπερα όχθη, αρθρώνεται ένας εξίσου δυναμικός αντίλογος, ο οποίος, εκτός από το να αλλάζει τους όρους του παιγνιδιού, διαμορφώνει εκ νέου τη «γεωγραφία» της συζήτησης, μεταφέροντάς την τόσο σε νέα επιστημονικά πεδία, όσο και σε νέα κέντρα διακίνησης ιδεών. Ένας αριθμός μελετητών – κυρίως κοινωνικών ανθρωπολόγων και πολιτισμικών ιστορικών – διατυπώνει την αντίθεσή του με την οπτική των αναλυτών της άλλης πλευράς, κυρίως αυτών της μαρξιστικής παράδοσης τους οποίους κατηγορεί για «εκ των προτέρων κατανόηση των παγκόσμιων ιστοριών». Αναφέρομαι στον Arjun Appadurai, τον πασίγνωστο πλέον Ινδό ανθρωπολόγο (με μακρά σταδιοδρομία σε αμερικανικά πανεπιστήμια), ο οποίος ήδη από τη δεκαετία του 1990 παρουσίασε μια καινοτόμο θεωρία για αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε – καταχρηστικά ενδεχομένως – «παγκοσμιοποιημένη μετα-νεωτερικότητα», βλέποντάς την ως αποτέλεσμα διάχυσης ιδεών και διασποράς ομάδων, της δημιουργίας αυτού που ο ίδιος ονομάζει εθνο-τοπία (ethno-scapes), νέων πολιτισμικών οντοτήτων που απειλούν τη νομιμότητα και την υπόσταση του παραδοσιακού εθνικού κράτους (κάτι που ο ίδιος ο Appadurai δεν απεύχεται).
Σε πιο πρόσφατα κείμενα, ο ίδιος μελετητής αλλά και άλλοι, προτείνουν μια καινοτόμο προσέγγιση στην προβληματική γύρω από την παγκοσμιοποίηση: πέρα από τα όρια της Δύσης, έξω από τα παραδοσιακά κέντρα παραγωγής και διακίνησης ιδεών (δηλαδή τα αμερικανικά ή εν γένει «δυτικά» πανεπιστήμια), πέρα από την κατεστημένη οπτική της διάκρισης μεταξύ «προηγμένου Βορρά» και «υποανάπτυκτου Νότου», έξω από την παγιωμένη ανάλυση περί «δημοκρατικής Δύσης» και «θεοκρατικής Ανατολής» κ.ο.κ. Αντιπαρέρχονται τη διαφωτιστική αντίληψη περί «μητροπολιτικής» επιστήμης, συγκεντρωμένης σε ένα ή ολίγα προνομιούχα κέντρα γνώσης (που λειτουργούν και ως πόλοι έλξης για τα «φωτισμένα» μυαλά εκτός Δύσης, δημιουργώντας έτσι την ίδια τη διασπορά επιστημόνων που τώρα απειλεί την πρωτοκαθεδρία τους) και ομιλούν περί παγκοσμιοποίησης, ναι, την οποία αποδέχονται και υποδέχονται με αισιοδοξία, αλλά μιας παγκοσμιοποίησης, όπως την ονομάζουν, που κινείται και εδραιώνεται «από κάτω προς τα επάνω», και κατά συνέπεια από την περιφέρεια ή και τους αντίποδες της μητροπολιτικής Δύσης προς το κέντρο της. Προσβλέποντας σε αυτή την αλλαγή της οπτικής, προσδοκούν στη δημοκρατία εκ νέου (όχι απαραίτητα δυτικού τύπου, διατιθέμενη προς εξαγωγή, με ειρηνικά μέσα ή μη) και θεωρούν ότι δικαιούνται να ονειρεύονται την, επί τέλους, πραγμάτωση της ουτοπίας.
Ο διάλογος είναι συναρπαστικός, όσο και βασανιστικά αμφίρροπος: ποιο είναι το διακύβευμα της παγκοσμιοποίησης; Το τέλος της νεωτερικότητας ή η θριαμβευτική εγκαθίδρυση του «μετά»; Η σπαρακτική διάψευση της ουτοπίας ή μια «διαθήκη» εκ νέου «καινή»; Πρέπει να αγωνιστούμε για την παλιννόστηση των νεωτερικών βεβαιοτήτων ή να αποδεχτούμε με εγκαρτέρηση (ή και ενθουσιασμό;) την οριστική αναίρεσή τους; Ζούμε την διεύρυνση των οριζόντων ή τη διάθλασή τους;
27 Φεβ 2009
Η διάθλαση των οριζόντων (i)
Παγκόσμιας, γιατί υπερεθνικοί οργανισμοί όπως το Διεθνές Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα διεκδικούν και επιτυγχάνουν εξουσίες που υπερβαίνουν αυτό το άλλοτε «παιδί-θαύμα» της νεωτερικότητας, το κυρίαρχο έθνος-κράτος.
Παντοδύναμης, γιατί οι κανόνες και το ήθος αυτής της παγκόσμιας αγοράς επιβάλλονται όχι μόνον από την εθνική ή υπερεθνική νομοθεσία που τίθεται στην υπηρεσία της, αλλά και από τους άρρητους νόμους της προσφοράς-ζήτησης και «φυσικής» επιλογής που καθορίζουν την αισθητική και την πρακτική της κατανάλωσης σε παγκόσμιο επίπεδο.
Άναρχης, τέλος, γιατί εκτός από τους καθιερωμένους διεθνείς (ουσιαστικά: «υπερεθνικούς») οικονομικούς οργανισμούς και τα συντεταγμένα όργανά τους, η παγκόσμια αυτή αγορά κινείται σύμφωνα με τις διαθέσεις και τις ανάγκες του υπερεθνικού κορπορατισμού, πολυεθνικών δηλαδή εταιρειών που δραστηριοποιούνται στους νευραλγικής σημασίας χώρους των τροφίμων, των φαρμάκων, αλλά και ελκυστικών καταναλωτικών αγαθών ευρείας απήχησης, όπως και, φυσικά, των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας· οι επεμβάσεις των πολυεθνικών κολοσσών στις πολιτικές και κοινωνικές δομές χωρών, κυρίως του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου, αλλά και οι μεταξύ τους συγκρούσεις, δημιουργούν την εικόνα μιας χαοτικής συντριβής μάλλον παρά μιας οργανωμένης και ιεραρχημένης διαδικασίας.
Ο όρος όμως – αν και χρησιμοποιείται στερεοτυπικά (και κοινοτυπικά πλέον) εδώ και δύο περίπου δεκαετίες – υπάρχει από πολύ παλαιότερα. Ήδη τον 19ο και πρώιμο 20ό αιώνα, φιλόσοφοι και λογοτέχνες εντόπισαν το πρόβλημα της συρρίκνωσης του χώρου και της απόστασης λόγω των επιτευγμάτων της τεχνολογίας στις μεταφορές και τις επικοινωνίες. Η έκτοτε εμπειρία έδειξε πως η ζεύξη, φυσική ή τηλεπικοινωνιακή, περιοχών με δραματικές οικονομικές και κοινωνικές διαφορές, κάθε άλλο παρά επιφέρει μια κάποια παγκόσμια σύγκλιση, αλλά ουσιαστικά επιτείνει και οξύνει τις διαφορές αυτές. Σήμερα, πέρα από την οικονομία και την πολιτική, η συζήτηση γύρω από την παγκοσμιοποίηση και τις νέες προοπτικές που δημιουργεί αφορά εξίσου άμεσα και την κοινωνιολογία, αλλά και την οικολογία (καθώς η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας συνεπάγεται σημαντική επιβάρυνση του περιβάλλοντος σε οριακό ήδη επίπεδο). Αφορά τέλος το χώρο των επικοινωνιών – της ενημέρωσης όσο και της ψυχαγωγίας, αλλά και το χώρο της εκπαίδευσης όσο και της κατανάλωσης. Η συζήτηση, επομένως, γύρω από την παγκοσμιοποίηση εκτυλίσσεται γύρω από το τρίπτυχο Οικονομία – Τεχνολογία – Κουλτούρα, και αρθρώνεται γύρω από μία κεντρική, όσο και κρίσιμη διάζευξη: είναι η οικονομική και πολιτισμική σύγκλιση του πλανήτη (στο βαθμό που αυτή είναι εφικτή στο εγγύς ή απώτερο μέλλον) η εκπλήρωση της ουτοπικής επαγγελίας ή μήπως είναι ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή η οριστική της διάψευση;
Η έννοια της παγκοσμιοποίησης, και οι πραγματικότητες – συχνά εναλλακτικές – που αυτή περιγράφει, τρομάζει τους ίδιους τους υποψήφιους μελετητές της: κυρίως, γιατί αυτή η νέα, οικονομική, κοινωνική, και πολιτισμική κατάσταση πραγμάτων την οποία υπονοεί ο όρος εμπεριέχει το τέλος πολλών βεβαιοτήτων, ανάμεσα στις οποίες και την καταγωγή, μορφή και κλασική διάρθρωση των επιστημών, όπως μας τις κληροδότησε ο 19ος αιώνας. Υπάρχει διάχυτος ο φόβος ότι, ενώ στα Πανεπιστήμια ή στις ανά τον κόσμον Ακαδημίες οι ιστορικοί και οι κοινωνικοί επιστήμονες ερευνούν, για παράδειγμα, το ενδεχόμενο να έχει επέλθει το «τέλος της Ιστορίας», η ίδια η Ιστορία εξελίσσεται, ανενόχλητη, μακριά από τη μητρόπολη, πέρα από τα όρια της Δύσης, πέρα από τα όρια της νεωτερικότητας ίσως, παίρνοντας μορφές ανοίκειες, στις οθόνες τηλεοπτικών δεκτών μόνιμα συντονισμένων στο MTV ή τις (ολοένα και πιο διαδραστικές) φωτεινές οθόνες των ηλεκτρονικών μας υπολογιστών, παγκοσμιακά δικτυωμένων στις κοινότητες του YouTube, του MySpace και του Facebook.Συνεχίζεται...
20 Φεβ 2009
Πέρα βρέχει
Διαβάστε στίχους (του συνθέτη και στιχουργού Δημοσθένους, βεβαίως βεβαίως):
Ελλάδα χώρα του φωτός
του κόσμου αρχή και γυρισμός
τόπος που διάλεξε ο θεός
κάτι τρέχει
πέρα βρέχει
έρχεται δύσκολος καιρός
και σου φωνάζει ο ουρανός
κάτσε σκέψου
λογικέψου
τη μια μας παίζουν ροκ, την άλλη τσιφτετέλι
παιδιά του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη
μας ξεγελάνε με σεκλέτι και μεράκι
πνεύμα αθάνατο, σε τρώει το σαράκι
τη μια μας παίζουν ροκ, την άλλη τσιφτετέλι
παιδιά του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη
μας ξεγελάνε με σεκλέτι και μεράκι
πνεύμα αθάνατο, σε τρώει το σαράκι
Ελλάδα, χώρα του φωτός
πολεμιστής ειρηνικός
κάνε άλλο ένα βήμα μπρος
για προχώρα
ήρθε η ώρα
είσαι του κόσμου το κρασί
κι ας μην το ξέρεις ούτε εσύ
κάτσε βρες τα
και έβγα πες τα
τη μια μας παίζουν ροκ, την άλλη τσιφτετέλι
παιδιά του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη
μας ξεγελάνε με σεκλέτι και μεράκι
πνεύμα αθάνατο, σε τρώει το σαράκι
τη μια μας παίζουν ροκ, την άλλη τσιφτετέλι
παιδιά του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη
μας ξεγελάνε με σεκλέτι και μεράκι
πνεύμα αθάνατο, σε τρώει το σαράκι
τη μια μας παίζουν ροκ, την άλλη τσιφτετέλι
παιδιά του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη
Και δείτε και το βίντεο:
Πάντως, πολλοί συμπατριώτες μας φαίνεται ότι το θυμούνται ακόμη με νοσταλγία... Οι θαυμαστές του Terry Wogan, πάντως, μπορούν να τον ακούσουν εδώ να μιλά με ανυπόκριτο θαυμασμό για το "eastern promise" που κρύβει η ελληνική εμφάνιση.
Όσο για το ... αναπόφευκτο βίντεο με τα γνωστά τοπία, νησιά, θάλασσες και τα λοιπά, μπορείτε να το δείτε εδώ, και μάλιστα με ... φινλανδικούς υποτίτλους (πώς μεταφράζεται το "πέρα βρέχει" στα Φινλανδικά, άραγε;)
13 Φεβ 2009
Yannis Hamilakis, The Nation and its Ruins.
Για να επιτευχθεί ο σκοπός της σύνδεσης με την κλασική αρχαιότητα ήταν απαραίτητη η ανεύρεση «αποδείξεων» οι οποίες θα τεκμηρίωναν την αδιάλειπτη συνέχεια με το παρελθόν – συνέχεια πολιτισμική, πρωτίστως, αλλά ταυτόχρονα, αν και υπόρρητα, και φυλετική. Η πολιτισμική επαφή με το κλασικό παρελθόν, εμπειρία βιωματική, θεμελιωμένη στο γερμανικό ρομαντισμό και στις περί «εθνικής ψυχής» αντιλήψεις των επιφανέστερων εκπροσώπων του, απέκτησε τον 20ο αι. έναν έντονα αισθητιστικό χαρακτήρα μέσα από την «ανακάλυψη» της ιθαγένειας του ελληνικού τοπίου και της μεταφυσικής του συνάφειας με τον ελληνικό πολιτισμό (διεργασίες που επίσης ανάγονται στη ρομαντική ιδεολογία).
Ανεξάρτητα από αυτές τις εξελίξεις, η επίσημη ελληνική αρχαιολογία, διοικητική και ακαδημαϊκή, προέτασσε την απαρέγκλιτα θετικιστική μεθοδολογία της (έστω και ως επίφαση ενός απροκάλυπτου και ανερυθρίαστα εσωστρεφούς εμπειρισμού) ως εγγύηση για την επιστημονική ορθότητα του ιστορικού αφηγήματος που συνέθετε. Με ζητούμενο την ιστοριογραφική γραμμικότητα και το αδιαμφισβήτητο των επιστημονικών πορισμάτων της, η επίσημη ελληνική αρχαιολογία επιστρατεύθηκε και για «την υπεράσπιση» του έθνους «από εκείνους που το υπέβλεπαν» πρακτική που αναβιώθηκε με ιδιαίτερη ζέση μετά τη δεκαετία του ΄90, κυρίως ως επιχείρημα της ελληνικής πλευράς στο λεγόμενο «μακεδονικό» ή «σκοπιανό» ζήτημα. Η επίταξη της ελληνικής αρχαιολογίας από ένα έθνος μονίμως «εν κινδύνω» αναδεικνύει και την εγγενή αντίφαση στον τρόπο με τον οποίο η επιστήμη αυτή θεραπεύεται στη σύγχρονη Ελλάδα: από τη μια πλευρά η αρχαιολογία και οι αρχαιολόγοι λειτουργούν ως φορείς μη-χειραγωγούμενης έρευνας, αντικειμενικής πληροφόρησης και επιστημονικής ορθότητας, ενώ από την άλλη η αρχαιολογική έρευνα περιβάλλεται με μια καθαρά μεταφυσική αντίληψη για το αντικείμενό της, προσηλωμένη στο όραμα της εθνικής συνέχειας και της αειθαλούς παρουσίας του παρελθόντος στο παρόν.
Το βιβλίο του Γιάννη Χαμηλάκη The Nation and its Ruins αποτελεί την πρώτη σοβαρή μελέτη του πολιτισμικού ρόλου της αρχαιολογίας (ως επιστήμης, αλλά και ως αναλυτικής στάσης αναφορικά με το παρελθόν) στην ελληνική κοινωνία. Έχουν προηγηθεί, βέβαια, σημαντικές μελέτες γύρω από τη συγκρότηση του νέου ελληνισμού ως πνευματικής κοινότητας, όπου θίγεται (με διαφορετικό, κάθε φορά επίκεντρο, όπως αυτό της «εθνικής» λογοτεχνίας) και ο ρόλος, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, του κλασικού παρελθόντος ως σημείου αναφοράς της σύγχρονης Ελλάδας: αναφέρω, ενδεικτικά, τις μελέτες του Β. Λαμπρόπουλου,[2] της Α. Λεοντή,[3] του Σ. Γουργουρή,[4] του Β. Καλότυχου,[5] – όλων, και όχι συμπτωματικά, Ελλήνων της διασποράς – αλλά και των M. Herzfeld[6] και R.S. Peckham.[7] Πολλές από αυτές τις μελέτες μεταφράστηκαν και στα ελληνικά, με όχι πάντοτε εύλογη καθυστέρηση, και έθεσαν σε κίνηση έναν σχετικό διάλογο εντός των ελληνικών συνόρων (αλλά και πυροδότησαν και αντιδράσεις, όχι πάντοτε κόσμιες ή εντός του ενδεδειγμένου ακαδημαϊκού πλαισίου).
Με αυτούς τους μελετητές, αλλά και πλειάδα άλλων, έρχεται σε διάλογο ο Γ.Χ. επιχειρώντας να αναδείξει την αρχαιολογία ως μηχανισμό παραγωγής, αλλά και υποχείριο του εθνικού φαντασιακού. Όπως ξεκαθαρίζει από την αρχή (σ. 10) δεν περιορίζει την έρευνά του στην χρήση και κατάχρηση της αρχαιολογίας από τον ελληνικό εθνικισμό, κάτι που ομολογουμένως θα υπονόμευε το κύρος του βιβλίου, καθώς ένα τέτοιο εγχείρημα θα υπονοούσε ότι υπάρχει αφενός η «ορθή» χρήση του παρελθόντος («επιστημονική», «αντικειμενική» και αναπόφευκτα «δυτική») και η «κατάχρησή» του («μεροληπτική», «εθνικιστική», «ιθαγενής»). Πέρα από το να καταγγέλλει κανείς, επομένως, παρόμοιες εθνικές αναγνώσεις του κλασικού παρελθόντος ως «επινοημένες παραδόσεις», είναι χρήσιμο να τις μελετά στο συγχρονικό τους πλαίσιο ως εναλλακτικές μεν, αλλά πάντως αυθεντικές προσεγγίσεις.
Ο ίδιος ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει στη μελέτη του P. Chatterjee The Nation and its Fragments,[8] και αυτό δεν αποτελεί απλό λογοπαίγνιο. Το κύριο επιχείρημα του βιβλίου αυτού, το οποίο ο Γ.Χ. συμμερίζεται και αναπτύσσει περαιτέρω, με άξονα την αρχαιολογία, είναι ότι το εθνικό φαντασιακό, εμφορούμενο από την εθνικιστική ιδεολογία, αναπτύσσει – ανεξάρτητα από την πολιτική και πολιτισμική πίεση της Δύσης – «αυτόχθονες» ιδεολογικές στρατηγικές σε σχέση με το παρελθόν. Πέρα από «εσαεί καταναλωτές της νεωτερικότητας»,[9] οι μη δυτικές κοινωνίες έχουν συνθέσει αυθεντικές, ιδιοσυγκρασιακές, μη δυτικές εκδοχές του μοντέρνου, τις οποίες και προβάλλουν ως όπλα αντιδυτικής στάσης και πολιτικής. Η άποψη αυτή διατυπώνεται ως απάντηση στην κεντρική θέση του B. Anderson,[10] ο οποίος άφηνε να εννοηθεί με το έργο του πως η εθνική συνείδηση αποτέλεσε προϊόν εξαγωγής της μητροπολιτικής Δύσης προς την αποικισμένη (έμμεσα, στην ελληνική περίπτωση) ανατολή, οι «φαντασιακές κοινότητες» της οποίας αποτελούν προϊόν ετεροκαθορισμού.
Όσον αφορά την αρχαιολογία, μελετητές όπως ο I. Morris[11] και η L. Meskell[12] έχουν επισημάνει ήδη από τη δεκαετία του ΄90 πως δυνάμεις εντός του έθνους-κράτους ήταν σε θέση να παραγάγουν φυγόκεντρα αφηγήματα πέρα από τον έλεγχο της Δύσης και ενάντια σε αυτόν. Με αυτή την αφετηρία, ο Γ.Χ. αναπτύσσει στο 3ο κεφάλαιο του βιβλίου του, που είναι και το πληρέστερο συνολικά, ένα καίριο επιχείρημα για την ελληνική αρχαιολογία: υποστηρίζει ότι, πέρα από τις δυτικογενείς εκδοχές και αναγνώσεις της κλασικής αρχαιότητας, επί των οποίων οικοδομήθηκε η πνευματική γενεαλογία της Δύσης (αυτό που ονομάζουμε, με τον Droysen ή και ερήμην του, «Hellenism»), οι Έλληνες διανοούμενοι κατά τον ύστερο 18ο και τον 19ο αι. δημιούργησαν ένα ιδιοσυγκρασιακό σύνθεμα, το οποίο ο Γ.Χ. αποκαλεί «ιθαγενή Ελληνισμό». Πέρα από τις δυτικότροπες προσεγγίσεις προς την ελληνορωμαϊκή «κληρονομιά» – κατά κανόνα εκφρασμένες μέσω του επιστημολογικά ορθού θετικιστικού/εμπειρικού παραδείγματος – η ελληνική αρχαιολογία, υποστηρίζει ο Γ.Χ., ενσωματώνει προ-νεωτερικές ιδέες και πρακτικές, αποδέχεται την ελληνικότητα του Βυζαντίου και ηρωοποιεί την Ορθοδοξία ταυτιζόμενη με τον κυρίαρχο λόγο περί έθνους. Τίθεται, δηλαδή, στην υπηρεσία της ιθαγενούς εκδοχής περί Ελληνισμού που έχει κυριαρχήσει στο εθνικό φαντασιακό ως «ημι-θρησκευτικό, ιερό, μεσσιανικό δόγμα», με κραυγαλέα αντιδυτική ρητορική και βαθύτατα συντηρητική ιδεολογία (σ. 119).
Η πολυεπίπεδη εργασία του Γ.Χ. στο 3ο κεφάλαιο του Nation and its Ruins, από την ανάγνωση του νέο-ελληνικού τοπίου ως φουκοϊκής ετεροτοπίας[13] έως την αποδόμηση του λόγου περί παρελθόντος, επιτυγχάνει να θέσει, και εν πολλοίς να διευθετήσει, καίρια θεωρητικά ζητήματα για τη μελέτη της ελληνικής αρχαιολογίας από συστάσεως του ελληνικού κράτους. Συνεχίζει έτσι τον διάλογο που είχε εγκαινιάσει στην ελληνική βιβλιογραφία η Έ. Σκοπετέα, με το προδρομικό έργο της, όπου προκαταλάμβανε τη θεωρητική συζήτηση περί παρελθόντος και εθνικιστικής ιδεολογίας που θα ακολουθούσε διεθνώς κατά τη δεκαετία του ΄90.[14]
Το ιδεολογικό και θεωρητικό οπλοστάσιο του Γ.Χ. έχει ήδη διαφανεί στην Εισαγωγή του βιβλίου (1ο κεφάλαιο): προσβλέπει σε μία μετα-νεωτερική, μετα-αποικιοκρατική θεώρηση της αρχαιολογίας ως πολιτισμικής εμπειρίας (και όχι απλώς ως ενός νεωτερικού εργαλείου αποκλειστικά μελετημένου εντός του επιστημολογικού παραδείγματος που το δημιούργησε). Προσεγγίζει την αρχαιολογία, και τον επίσημο λόγο περί παρελθόντος γενικότερα, ως μηχανισμό παραγωγής των υπηκόων του έθνους, ακολουθώντας τον Appadurai[15] και τον Bhabha.[16] Ως εκ τούτου, δέχεται ότι τα υλικά κατάλοιπα – τα μνημεία – που σηματοδοτούν την ελληνική ετεροτοπία δεν εικονογραφούν απλώς το «εθνικό όνειρο», αλλά και παρέχουν τα απτά διαπιστευτήρια για την πολιτογράφηση του ελληνικού έθνους (σ. 17).
Μετά την Εισαγωγή, ένα χρήσιμο, αλλά αναγκαστικά περιορισμένο σε εύρος, 2ο κεφάλαιο αναφέρεται στη διοικητική και γραφειοκρατική πραγματικότητα της αρχαιολογίας στην Ελλάδα. Επαυξάνοντας επί των παρατηρήσεων και της κριτικής ενός σημαντικού – αλλά δυστυχώς παραγνωρισμένου – κειμένου του Ζώη,[17] ο Γ.Χ. μιλά για τις εγγενείς αδυναμίες της κρατικής, κυρίως, οργάνωσης του αρχαιολογικού έργου στη χώρα (αδυναμίες διοικητικής, νομικής και οικονομικής φύσεως). Εδώ ο συγγραφέας θέτει με ενάργεια το πρόβλημα της ελληνικής αρχαιολογίας ως κήνσορα της συλλογικής αισθητικής, δεδομένου ότι οι αρχαιολόγοι «είναι τόσον οι παραγωγοί όσο και οι φύλακες αισθητικών αρχών και ιδεών» (σ. 41). Οι δημόσιες παρεμβάσεις της επίσημης αρχαιολογικής μηχανής, επί θεμάτων που ακροβατούν μεταξύ του «γράμματος» της κρατικής νομοθεσίας και της καταλυτικής παρουσίας που ασκεί το «πνεύμα» του κλασικού παρελθόντος στην ελληνική καθημερινότητα, οφείλονται, κατά τον Γ.Χ., στην επιτυχή αυτο-αποικιοποίηση του παρελθόντος από τον λόγο περί έθνους ήδη από τον 19ο αι., έτσι ώστε σήμερα να μην είναι δυνατή η προσέγγιση θεμάτων πολιτισμικής διαχείρισης, από τον ιδιώτη ή το κράτος, έξω και πέρα από τα όρια αυτής της θεώρησης.
Ακολουθούν τέσσερα κεφάλαια που εντοπίζονται στην ανάλυση συγκεκριμένων περιπτώσεων (case studies), όπου ο συγγραφέας διευρύνει και τεκμηριώνει συλλογισμούς και προτάσεις που έχει υποβάλει στο πρώτο μισό το βιβλίο του. Έτσι, το 4ο κεφάλαιο εξετάζει το κατά Ζώη «σύνδρομο Βεργίνας»[18] υποστηρίζοντας πως η ελληνική αρχαιολογία μετέχει τόσο της νεωτερικότητας όσο και της προ-νεωτερικότητας, συνθέτοντας ιδέες περί «αντικειμενικότητας, τεκμηρίων, περιχαρακωμένων εθνικών κοινοτήτων, και γραμμικότητας, με την αντίληψη περί κυκλικού χρόνου, το θρησκευτικό συναίσθημα, και ενός πολυ-αισθητηρίου, ενσώματου διαλόγου με το παρελθόν» (σ. 166). Ο Γ.Χ. βασίζεται εδώ στην πολυσήμαντη εργασία της Σερεμετάκη, που είχε και αυτή τον Ανδρόνικο και τη Βεργίνα ως κεντρικό σημείο αναφοράς.[19] Ο αρχαιολόγος, κατά τους δύο μελετητές, ανταλλάσσει αισθητήριες και βασικές συναισθηματικές εμπειρίες με το υλικό κατάλοιπο που ανασκάπτει. Αυτές ενσωματώνονται στον λόγο περί παρελθόντος με συμπαθητικούς και συναισθητικούς όρους, ώστε να καταλήξουμε σε μια μεταφυσική της υλικής κουλτούρας η οποία επενεργεί ταυτόχρονα στο συλλογικό φαντασιακό και την επίσημη ρητορική. Έτσι, σύμφωνα με τον Γ.Χ, ο αρχαιολόγος – ανασκαφέας μετατρέπεται σε αρχιερέα της παρελθοντικής λατρείας: «αν η αρχαιότητα στην Ελλάδα λειτουργεί ως κοσμική εθνική θρησκεία, τότε ο Ανδρόνικος μπορεί να ειδωθεί ως ο μέγας σαμάνος αυτής της θρησκείας» (σ. 162). Η ερμηνεία αυτή είναι και ενδιαφέρουσα και γόνιμη, ενδεχομένως όμως να υποτιμά κάποιες παρενέργειες της μαζικής κουλτούρας στη δυτικοποιημένη Ελλάδα: η υπερ-έμφαση σε προ-νεωτερικές αντιλήψεις και συνήθειες, όπως τα ταφικά έθιμα για παράδειγμα (ο αρχαιολόγος κατεβαίνει στον «κάτω κόσμο» για να συναντήσει τις ψυχές των προγόνων του έθνους), αγνοεί το βασικό, κατά τη γνώμη μου, και φυσικά εισαγόμενο, αίτιο της γοητείας που ασκεί η αρχαιολογία στο συλλογικό φαντασιακό – την αίσθηση της περιπέτειας, της αναμέτρησης με το άγνωστο και το μυστικό (προσοχή: όχι το μυστηριακό). Αμφιβάλλω αν στα μάτια όλων όσων υπήρξαμε θεατές (από την τηλεόραση και τον τύπο) της ανακάλυψής του, ο Ανδρόνικος φάνταζε ως άλλος Ερμής Ψυχοπομπός – μάλλον τη λαϊκή φαντασία συνάρπαζε η σύγκριση με τον Τουταγχαμών του Howard Carter και το κινηματογραφικό ίνδαλμα του Indiana Jones. Σίγουρα όμως, η ανάγνωση που προτείνεται εδώ από τον Γ.Χ. θέτει, με τον πλέον εμπεριστατωμένο και θεωρητικά ενήμερο τρόπο, το πρόβλημα του παρελθόντος ως οντολογίας στη σύγχρονη Ελλάδα.
Στο 5ο κεφάλαιο ο συγγραφέας επανέρχεται στο θέμα του εθνικού φαντασιακού και τους μηχανισμούς παραγωγής του, αυτή τη φορά από το Μεταξικό καθεστώς, στο οποίο οι σύγχρονοι Έλληνες «οφείλουμε» την εμπέδωση της ελληνοχριστιανικής συνέχειας, πολλές από τις «σύγχρονες» αντιλήψεις περί αρχαιολογικών χώρων, αλλά και τις διαδικασίες καθιέρωσης της κλασικής κληρονομιάς (και) ως κεντρικού πόλου έλξης τουριστικού κεφαλαίου. Το 6ο κεφάλαιο του βιβλίου αποτελεί επεξεργασμένη μορφή παλαιότερης εργασίας του Γ.Χ., όπου – με σημείο αναφοράς τη Μακρόνησο και τον «αναμορφωτικό» εθνικό της ρόλο – αναλύεται ο λόγος περί αρχαιότητας ως μέσο πολιτικής καταστολής και το αρχαιοελληνικό παράδειγμα ως όργανο καταπίεσης στα χέρια απολυταρχικών (και μη) καθεστώτων στην Ελλάδα. Παρουσιάζοντας τον μικρόκοσμο της Μακρονήσου ως φουκοϊκή «ετεροτοπία της παρέκκλισης» (σσ. 233-37), ο συγγραφέας εξηγεί τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες μνημειοποιήθηκε ο εθνικός χρόνος με κεντρικό σημείο αναφοράς την αρχαιότητα. Η αρχαιολογία (εδώ με την ευρύτερη έννοια του όρου) μετατρέπεται έτσι σε εργαλείο παγίωσης και εμπέδωσης της κυρίαρχης ιδέας περί έθνους, έτσι μάλιστα ώστε το εθνικό αφήγημα να υιοθετηθεί και από τα ίδια τα θύματα της κρατικής βίας, τα οποία – είτε ως «επίσημη αριστερά» είτε ως μεμονωμένοι αριστεροί, «ανανήψαντες» και μη – διεκδίκησαν την κυριότητα επί του ένδοξου παρελθόντος, το οποίο και επιχείρησαν να περιγράψουν ως πρότυπο του δικού τους πατριωτισμού.
Το 7ο κεφάλαιο πραγματεύεται το – κορυφαίο, όπως έχει αναδειχθεί για την ελληνική πολιτική στον χώρο του πολιτισμού – θέμα των ελγινείων μαρμάρων. Αποφεύγοντας να εμπλακεί στην ατελέσφορη (και ιδεολογικά αποστειρωμένη πλέον) συζήτηση περί «επαναπατρισμού» των μαρμάρων ή της πολιτισμικής κληρονομιάς εν γένει, ο Γ.Χ. εξετάζει τα αντικείμενα αυτά βάσει των συμβολισμών και των αισθητηρίων ποιοτήτων που φέρουν για το συλλογικό φαντασιακό. Αναδεικνύοντας τη χρεωκοπία της πολιτικής συζήτησης περί κυριότητας, κατοχής, ανταλλαγής κτλ των πολιτισμικών αγαθών, ο συγγραφέας αναφέρεται στα μάρμαρα ως «μέλη του εθνικού σώματος» αποκομμένα από τον εθνικό κορμό (σ. 32) και την έντονη διεκδίκησή τους αποκύημα της «νοσταλγίας για το όλον» με σκοπό την εθνική κατίσχυση (έναντι των αποικιοκρατικών διαθέσεων της Δύσης, τότε και τώρα) και, εν τέλει, την εθνική ολοκλήρωση.
Στα συμπεράσματα (8ο κεφάλαιο) ο συγγραφέας επανέρχεται στα κεντρικά σημεία της εργασίας του. Επαναλαμβάνοντας ότι «οι υλικές εκφάνσεις της αρχαιότητας, τα αρχαία ερείπια και τα αντικείμενα (καθώς και οι προσομοιώσεις τους) έχουν διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στην παραγωγή και αδιάλειπτη αναπαραγωγή του εθνικού φαντασιακού» (σ. 290), υπενθυμίζει τη σύνδεση μεταξύ αποικιοκρατικών από τη μια και εθνικιστικών αφηγημάτων από την άλλη, όπου η αρχαιότητα και οι αρχαιότητες αποτελούν σημείο αναφοράς όσο και διακύβευμα. Όμως τα συμπεράσματα του Γ.Χ. είναι ευρύτερα: αν ο λόγος για το παρελθόν είναι συνεπαγόμενο της νεωτερικότητας, πόσο ζωτικός παραμένει εκτός του νεωτερικού πλαισίου; Και αν η εμπέδωση της παγκοσμιοποίησης, οικονομικής και πνευματικής, έχει ως αποτέλεσμα τη διάχυση των εθνικών πολιτισμικών χαρακτηριστικών τα οποία αναγνωρίζουμε ως «εθνική κουλτούρα», δεν αφαιρείται έτσι ένα βασικό σημείο αναφοράς από τον λόγο περί έθνους; Η απάντηση του συγγραφέα είναι αρνητική. Κάθε άλλο παρά «ερειπωμένος» («The Nation in Ruins?»), ο εθνικισμός δείχνει σημάδια αξιοσημείωτης αντοχής, εκμεταλλευόμενος και τις ειδικές συνθήκες που χαρακτηρίζουν την παγκοσμιοποίηση, όπως για παράδειγμα το Ίντερνετ. Ο εθνικός λόγος εξελίσσεται και μεταλλάσσεται, και μαζί του και ο λόγος περί αρχαιότητας, ως καταστατικός μύθος πλέον του ελληνικού κράτους, το οποίο παραμένει ταυτόχρονα αιτιατό και αίτιο, παράγωγο, παραγωγός και προαγωγός ενός μνημειοποιημένου παρελθόντος.
Αν και ο συγγραφέας αρνείται να υποκύψει στα γνωστά στερεότυπα περί «ελληνικής ιδιαιτερότητας», επιτυγχάνει παρ’ όλα αυτά να αναδείξει τον ιδιοσυγκρασιακό χαρακτήρα του ελληνικού τρόπου προσέγγισης με το παρελθόν, βασισμένος στη συμπαγή θεωρητική σκέψη του και την ενδελεχή ιστορική έρευνα του ελληνικού παραδείγματος. Παραδίδει έτσι μια μελέτη ουσιαστική και για τον διεθνή διάλογο περί του πολιτισμικού ρόλου της αρχαιολογίας. Εντός Ελλάδος, ελπίζω ότι το βιβλίο του Γ.Χ. θα αναζωπυρώσει τον διάλογο γύρω από το τρίπτυχο κλασική αρχαιότητα – αρχαιολογία – εθνικό φαντασιακό, έναν διάλογο που έως τώρα δείχνει να είναι δέσμιος μιας απροκάλυπτης μνημειοποίησης του παρελθόντος και μιας στείρας αρχαιολατρίας, πολιτικά αδόκιμης και ιδεολογικά έκπτωτης.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[2] Κυρίως V. Lambropoulos, The aesthetic ideology of the Greek quest for identity, Journal of Modern Hellenism 4, 19-24, και Literature as National Institution. Studies in the Politics of Modern Greek Criticism, Princeton University Press, Πρίνστον 1988.
[3] A. Leontis, Topographies of Hellenism. Mapping the Homeland, Cornell University Press, Ithaca και Λονδίνο 1995 (Α. Λεοντή, Τοπογραφίες ελληνισμού. Χαρτογραφώντας την πατρίδα, Scripta, Αθήνα 1998).
[4] S. Gourgouris, Dream Nation. Enlightenment, Colonization and the Institution of Modern Greece, Stanford University Press, Στάνφορντ 1996 (Σ. Γουργουρής, Έθνος-όνειρο: Διαφωτισμός και θέσμιση της σύγχρονης Ελλάδας, Κριτική, Αθήνα 2007).
[5] V. Calotychos, Modern Greece. A Cultural Poetics, Berg, Οξφόρδη και Νέα Υόρκη 2003.
[6] Κυρίως M. Herzfeld, Ours Once More. Folklore, Ideology, and the Making of Modern Greece, Pella, Νέα Υόρκη 1986, και Anthropology through the Looking Glass. Critical Ethnography in the Margins of Europe, Cambridge University Press, Κέμπριτζ 1987.
[7] R.S. Peckham, National Histories, Natural States. Nationalism and the Politics of Place in Greece, Tauris, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 2001.
[8] P. Chatterjee, The Nation and its Fragments. Colonial and Postcolonial Histories, Princeton University Press, Πρίνστον 1993.
[9] Chatterjee, ό.π. 5.
[10] B. Anderson, Imagined Communities. Reflections on the Origin and Spread of Nationalism, Verso, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 1991, ιδ. 163-85.
[11] I. Morris, Archaeologies of Greece, στο: I. Morris (επιμ.), Classical Greece. Ancient Histories and Modern Ideologies, Cambridge University Press, Κέμπριτζ 1994, 8-47.
[12] L. Meskell, Archaeology matters, στο: L. Meskell (επιμ.), Archaeology Under Fire; Nationalism, Politics, and Heritage in the Eastern Mediterranean and Middle East, Routledge, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 1998, 1-12.
[13] Ακολουθώντας την Λεοντή: Leontis, ό.π., 40-66.
[14] Έ. Σκοπετέα, Το «Πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα. Όψεις του Εθνικού Προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Πολύτυπο, Αθήνα 1988, ιδ. 190-204 (για την αρχαιολογία του νεοσύστατου κράτους). Επίσης, Η Δύση της Ανατολής. Εικόνες από το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Γνώση, Αθήνα 1992.
[15] A. Appadurai, Modernity at Large. Cultural Dimensions of Globalization, University of Minnesota Press, Μινεάπολις και Λονδίνο 1996.
[16] H. Bhabha, The Location of Culture, Routledge, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 1994, ιδ. 199-244.
[17] Α.Α. Ζώης, Η Αρχαιολογία στην Ελλάδα. Πραγματικότητες και Προοπτικές, Πολύτυπο, Αθήνα 1990.
[18] Ζώης, ό.π. 105-10.
[19] Κ.Ν. Σερεμετάκη, Παλιννόστηση Αισθήσεων. Αντίληψη και Μνήμη ως Υλική Κουλτούρα στη Σύγχρονη Εποχή, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1997, 247-90.
6 Φεβ 2009
Περί Ιστορίας
Διάβαζα στη Lifo τη συνέντευξη της Μαριέττας Γιαννάκου ("Πολιτικός, ψυχίατρος. Γεννήθηκε στο Γεράκι Λακωνίας, ζει στα Κάτω Πατήσια. Διάβασε Σαρτρ στην έκτη δημοτικού") και δεν μπορώ να πω ότι περίμενα να διαβάσω κάτι ουσιώδες - ούτε η περίσταση ήταν κατάλληλη ούτε θα περίμενε κανείς καίριες παρεμβάσεις σε αυτό το πλαίσιο ("ήμουν άριστη μαθήτρια, είχα 20 σε όλα τα μαθήματα").Μου έκανε όμως εντύπωση η εισαγωγική της δήλωση: "Το χωριό μου, το Γεράκι (Δήμος Γερονθρών), έχει χιλιάδες χρόνια ιστορία, από παλαιολιθικά ευρήματα μέχρι βυζαντινά, 30 σωζώμενες (sic) εκκλησίες από τις 300, κάστρο σημαντικό. Είχα πάντα επίγνωση της ιστορικότητας του τόπου όπου μεγάλωνα, ενός δήμου αρχαίου." Όσο γραφικός και να ακούγεται αυτός ο αυτοαναφορικός τοπικισμός ("το δικό μου το χωριό είχε κάποτε 300 εκκλησίες") δεν μπορεί παρά να επισημάνει κανείς την χοντροκομμένη άποψη περί ατομικής και εθνικής Ιστορίας που προβάλλει εδώ η Γιαννάκου. Το μήκος του χρόνου ("χιλιάδες χρόνια") και ο όγκος των αρχαιολογικών ευρημάτων ("από παλαιολιθικά [...] μέχρι βυζαντινά") θεωρούνται, ως συνήθως, αρκετά για να τεκμηριώσουν την αξία, αυτό που η Γιαννάκου αποκαλεί "ιστορικότητα". Ίσως υπερβολικά κοινότοπη για να σχολιαστεί σοβαρά, η φράση αυτή εμπεριέχει την τρέχουσα ελληνική αντίληψη περί ιστορίας: ως αρχαιολογίας της ελληνικής γης. Όπου το έθνος γίνεται ένα με τον τόπο, ώστε να προεκταθεί και πέραν των ορίων του - η Γιαννάκου φαίνεται να συμπεριλαμβάνει την παλαιολιθική περίοδο στην προσωπική της γενεαλογία.
Η συνεντευξιαζόμενη φαίνεται να έχει υπόψη της το λήμμα "Γεράκι Λακωνίας" της περιβόητης ΒΙΚΙΠΑίΔΕΙΑΣ, όπου διαβάζουμε τα εξίσου ενθουσιώδη: "Το Γεράκι, κωμόπολη της Λακωνίας, βρίσκεται 39 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Σπάρτης και σε υψόμετρο 300 μέτρων από την θάλασσα και είναι ίσως από τις ελάχιστες περιοχές της Ελλάδος, που παρουσιάζουν ιστορικό βίο σχεδόν 2.500 χρόνων, χωρίς διακοπή. [...] Οι αρχαιολογικές ανασκαφές, έχουν φέρει στο φως αρκετά αντικείμενα της προϊστορικής εποχής. Επίσης αγγεία της Μυκηναϊκής και γλυπτά της Δωρικής (sic) περιόδου, μερικά από τα οποία είναι εκτεθειμένα στο Μουσείο της Σπάρτης. Τέλος, διατηρούνται ακόμη λείψανα υδραγωγείου και βαλανείου της Ρωμαϊκής εποχής, τέσσερις Ναοί από την πρώτη βυζαντινή περίοδο, το μέχρι σήμερα σωζόμενο Κάστρο από τη Φραγκοκρατία, τουλάχιστον 20 ναοί από τη δεύτερη βυζαντινή περίοδο και 6 ναοί μεταξύ των οποίων και ο σημερινός καθεδρικός της κωμοπόλεως από την εποχή της Τουρκοκρατίας." Ενδεχομένως να μην εντυπωσιάζονται όλοι από την ιστορική βαρύτητα των ευρημάτων, αλλά ακόμη κι ένας ρωμαϊκός απόπατος είναι καλός για να τεκμηριώσει τη συνέχεια...
Φυσικά, η Γιαννάκου, ομολογουμένως συμπαθής στην παιδιάστικη αφέλεια ("Τριών χρόνων διάβαζα περιοδικά όπως τη Μάσκα") και τον παλαιοκομματικό καθωσπρεπισμό της ("η κόρη μου είναι ένα παιδί πολύ ευγενικό που μιλάει σε όλους στον πληθυντικό", αιτιολογώντας την πεποίθησή της ότι η κόρη της δεν θα "ζητήσει να κατέβει σε ένα συλλαλητήριο"), ξέρει καλά σε ποιον απευθύνεται. Σ' εκείνους, προφανώς, που την καταψήφισαν παραδειγματικά στις τελευταίες εκλογές λόγω της εμπλοκής της στην περίφημη υπόθεση του βιβλίου ιστορίας της έκτης δημοτικού (μην ανησυχείτε, δεν πρόκειται να αρχίσω να αναλύω τα περί "συνωστισμού" εδώ...).
Απευθύνεται, προσπαθώντας να το κολακέψει, στο ανυποχώρητα εθνικιστικό αίσθημα κάθε Μανιάτη, κάθε Έλληνα που περηφανεύεται για την αρχαιότητα της γης του (και κατά συνέπεια και της φυλής του). Γιατί από μόνη της η παραδοχή ότι οι πέτρες είναι "αρχαίες" δεν είναι χρήσιμη αν δεν συνοδεύεται από την ταύτιση της γής με τη ράτσα. Πρόκειται για τον μικρό, οικόσιτο ρατσισμό που κουβαλούμε όλοι μας σε έκδοση τσέπης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ανά πάσα στιγμή.
Περίπου όπως το πράττει το παρακάτω πόνημα, μια σύντομη επισκόπηση της αχανούς ... ελληνικής ιστορίας από την περίοδο που οι παλαιοντολόγοι ονομάζουν Πλειόκαινο (25.000.000 π.Χ!) μέχρι τους εθνικούς θριάμβους του Euro 2004 κλπ (δεν νομίζω να είδα πουθενά την Παπαρίζου!). Αυτά όμως τα έχουμε δει και σε πιο επίσημες περιστάσεις. Αυτό που εξακολουθεί να εντυπωσιάζει, σε κάθε επίκληση της πατρογονικής ιστορίας, είναι η πεζότητα των διαπιστώσεων και η βλακώδης αυτοπεποίθηση του αδαούς (στο βίντεο που ακολουθεί, η Μάχη των Θερμοπυλών εικονογραφείται με ένα καρέ από την περιβόητη κινηματογραφική ταινία 300!).
Και μια και μιλούσαμε για αναβιώσεις πρόσφατα, επισυνάπτω και ένα ενδιαφέρον βιντεάκι (παρα)ιστορικής αναπαράστασης:
Τελικά, η νωθρή περιφορά ενός ήθους που μπορεί να ξεγελά και ως αγαθό (με κάθε σημασία της λέξης) ενδέχεται να επιτυγχάνει άλλα αποτελέσματα από αυτά που επιθυμεί (προσέξτε τους πυρσούς τύπου ... Praktiker στις νυκτερινές λήψεις).
Κωδ.: 6.2.04-6.2.08
30 Ιαν 2009
23 Ιαν 2009
Grèce mensongère
The Greek-born collector, essayist, and art-critic Christian Zervos (1889-1970) is well known for his love of Cycladic art. Indeed, it was through his efforts, consummated in his monumental L’Art des Cyclades, published in 1957, that Cycladic artefacts entered – for better, for worse – the realm of collectable art, and quite a European form of art at that. The volume, dedicated to Greek archaeologist Christos Tsountas, establishes scientific knowledge regarding the prehistoric culture and art of the Cyclades and in particular the splendid figurines, which Zervos called “poems in marble”. In the late nineteenth century, Tsountas’ systematic excavations, on behalf of the Archaeological Society of Athens, had produced a considerable number of sites and finds, but it was only in the mid-1930s that Cycladic art began to be studied as a whole. Following an inevitable lull during World War II, the systematic excavation of the Cyclades was resumed in earnest in the late 1940s, generating a wider interest at home and abroad among scholars and collectors alike. Thus, according to Christos Doumas, “by the early 1960s Cycladic culture had firmly staked its claim to a place among the major civilizations and its study became increasingly thorough”.
Between 1926 and 1960 Christian Zervos was the editor of Cahiers d'art, a periodical specializing in contemporary art. He was an ardent supporter of Pablo Picasso and devoted many issues of the Cahiers d'art to his work. By the time of his death, he had published twenty-two volumes cataloguing Picasso’s oeuvre, to which eleven more were added posthumously.
Although in his text Zervos is freely referring to Cycladic as an earlier – “pre-classical” – form of Greek art, the former was not always readily accepted into the Greek canon.
For Picasso, Modigliani, Moore and the rest, Cycladic art was inspiring because it was not Greek – as a matter of fact it stood as a negation of the Greek norm. Gradually, however, and as Cycladic culture was more and more accepted into the realm of Hellenism, those boundaries became blunter. Moore himself was to revise his earlier resolution not to allow any Greek influence into his art – a move that today is seen as “a return to Humanism”. True enough, for both the artist and his audience – including critics – Cycladic, for all its fundamental difference in concept and outlook from the orthodoxy of Greek art, remained an early phase of that art.In Greece proper, however, matters were viewed from quite a different angle; Greek intellectuals were fighting their own demons, in an effort to establish a new cultural and political identity for a new – though ever so old – nation-state. Since the last decades of the nineteenth century, archaeology had been uncovering traces of Greece’s prehistoric past, including the cultures that flourished in the Aegean. In the 1870s Heinrich Schliemann had shown that Homer’s Troy was not merely a myth, and proceeded to do the same with Agamemnon’s Mycenae, this time on Greek soil. Greek intellectuals were initially indifferent, if not hostile to Schliemann’s cavalier attitude and enthusiastic conviction that he had “gazed upon the face of Agamemnon”, Mycenaean civilization however was to be attached to the Greek sequence very soon, and so were its Minoan and Aegean counterparts. As it has recently been shown, Greek archaeologists, notably Tsountas, were inspired by the narrative for Greek history constructed by Paparrigopoulos, and set off to investigate the early history of Greek race and cultural identity – the Greekness of Hellas. Gradually, the concept of a timeless, omnipresent “Greek spirit” emerges, as well as the notion of Greece being the cradle of European civilization.
In the 1930s, continuity in Greek art seemed to be in need of very little proof indeed. L’Art en Grèce was published on the occasion of the IVth International Congress for Modern Architecture, which took place in Athens in July 1933. As stipulated in the book’s preliminary matter, Zervos approaches antiquity as a source of spiritual guidance and consolation: it “broadens the notions of humanity”; it “empowers our invocation of the infinite”; it “emphasizes emotion”; it allows for an expression “accessible but very pure” at the same time. Greek antiquity in particular, is presented as a discourse on life and its many manifestations, an authority “whose limitations and definitions of life are furnished with such a vast perspective that they cease to be restrictive”.
So far so good. Zervos’ main piece, however, undertakes an attack against those “art-historians who never showed any frank affection towards the radiant youthfulness of Greek art”, even though it could have assured them a great advantage over “their illusions of the library”. Zervos strives to show that, however academic or stale some periods in Greek art may be (he admits that towards the end of the Classical period this is often the case), its splendour and originality are overlooked by modernists (“les esprits frappés au coin du modernisme”). Our contemporary aesthetics, he claims, allow us to appreciate the beauty of Cycladic sculpture, since its abstraction echoes our sensitivities. The “spiritual gymnastics” to which we are imposed by modern art enable us to understand pre-classical art while at the same time misleading us to discriminate against its classical culmination. Who is to blame? Scholars, for one, who failed to see that early Greek art is equally significant: “A Cycladic figurine, a vase or a bronze artefact of the Geometric period, a statue or a pot of the Archaic period, do they not contain already the essential elements of the style of the Parthenon?” he exclaims, to conclude that it befalls his generation to “embrace every form in which beauty has manifested itself and cast a longer gaze over Hellenic art, from its origins to its classical culmination”. In these days of moral and spiritual crisis, he maintains, Greek art may offer us “a lesson of emancipation regarding the conditions of our life.” The masterpieces of Hellenic art will educate modern “eyes and hands”, since they are expressions of an art at the same time spiritual, psychological and supple (“plastique”), like the Greek language itself. Why the Greeks? Because they – alone in human history – were able to manage their collective consciousness, so as to express themselves in such poignancy; the civic collectivity of Greek city-states triumphed over the isolated limitations of the individual, allowing to powerful personalities and complete characters to develop themselves. By cultivating a “novel morality”, based on the ultimate rapprochement between the individual and society, as this was achieved by the Greeks, modern man is bound to regain the “essential foundations of social life” is Zervos’ argument and final plea.Seventy-odd years later, it is really difficult to ascertain whether Zervos’ text sounded at all convincing to the ears of the ardent modernists of his time. His emotive prose performs giant leaps in coherence and historical consistency. He equates, as many are in the habit of doing to this date, society with its art (assuming that the latter is a direct expression of the former), artefacts with their portentous, read-in “meanings”, and quite implicitly – though ever so vigorously – the Greek with the Hellenic. What is more, while he strives to show that Classical Greek art is bestowed with all the spiritual and ideological qualities his generation discovered in prehistoric art, he does not feel he needs to prove, even merely to state, that prehistoric art from Greece is actually Greek, or rather Hellenic. Organic continuity in Greek art – pre-classical, classical, byzantine – is thus taken for granted, and used to redeem Classical Greece in view of its prehistoric self. Only implicitly does Zervos give a reason behind the singular (if not uniform) grandeur of Greek art: it would have to be the natural spectre, the landscape. Neither the customs, nor the mores, religion, law even; no other factor determined the Greek spirit more poignantly than the landscape, the plains, the mountains, the sea, and above all the light, the light of Greece. Continuity of landscape is all we need to establish the uninterrupted sequence of Greek art-history, even if we cannot really argue that it was the same “collective consciousness” of the Greek city-state that actually produced the spirituality of Cycladic sculpture. Though instrumental in his argument for the value of Classical Greece, Zervos avoids discussion of his central premise, that prehistory and history in Greece partake of the same “spirit”, presumably because for him this is self evident.
In attacking scholars of his time for neglecting pre-classical Greece, as well as modernist critics for basing their love of prehistoric art to their abhorrence of things classical, Zervos may have been striking closer to home than one might suspect: for it was in Zervos’ very own Cahiers d’art (and in the issue’s initial volume) that pioneer ethnologist Georges-Henri Rivière published his polemic archaeologisms, referring to archaeology as the “parricidal daughter of humanism”. Under the images of two African sculptures, Rivière, who was to become known as one of the leading museologists of his century, declares that “the Greek miracle” has run its course; archaeology has finally woken the korai with Khmer smiles that lay sleeping under the foundations of the Parthenon, the Parthenon of Maurras and Winckelmann; excavation has presented us with pre-Pyramid Egypt, pre-Columbian Americas, China’s empires; and he concludes: “we have joined to this broader knowledge the disgrace of artistic liberalism: enough of worthless eclecticism!”
It is against this aggressive anti-Western stance of the modernist avant-garde, and their polemic anti-classicism, that Zervos directed his fervent response eight years later. He was not alone: in the same 1934 volume where Zervos voices his angst, Le Corbusier states his own témoignage from Greek antiquity: we, the IVth International Congress for Modern Architecture, have been there, he broadcasts, to ancient Greece, we have found it intact on its isles, amidst its ruins, we tasted its essence and we experienced its intrinsic drama. He talks of a “discovery of Greece”, not of the kind professed by Rivière and his fellow radicals, what he refers to as an “arbitrary”, false archaeology, producing a deceitful academic façade, a fabrication he calls “Grèce mensongère.” Rivière had insisted that the actuality produced by archaeology may deprive Greek antiquity (he is explicitly referring to King Minos) from its legends, though in order to re-institute its historical integrity. Le Corbusier does not seem interested: we will, we can re-discover the Greece that “possessed the heroes and created the gods.” Evidently, Le Corbusier’s modernist convictions would allow for a certain romantic extravagance; it was he, we recall, who in 1923 had compared the Parthenon to modern automobiles (intending it as a compliment to both). Ever since his first visit in Greece and to the Parthenon in 1911, Le Corbusier had been impressed by the synergy of volumes in Greek architecture, and their visual plasticity under the natural light. This he repeats in 1934, drawing, as Zervos did, on their collective memories from a splendid summer cruise to the Greek islands in order to establish the – otherwise self-evident – importance of Greece in modernity. Further to his earlier notion of modénature, Le Corbusier now turns towards the twin concepts of proportion and scale, expressing in his view the harmonious balance between the secular and the divine, the sense of human scale within the cosmos. Maurice Raynal was more explicit in the same volume: it is this light, he concludes, that accentuates the plastic qualities of the line in Greece, be that on the delineation of a mountain, or a column, or a pediment. “This line appears to us as a measure of poetry.”This strongly emotive language evokes the enthusiasm of Greek intellectuals over the potency of the Greek landscape and its mystical powers. Through their politically unstable, and in parts quite shallow rhetoric, monotonously repeated for the benefit of anyone who would care to listen, Greek intellectuals and their fellow-Hellenists attempted to develop a bi-focal strategy: on the one hand, to prove – or merely state – that Greek art was still valid as a stimulus to modernity, that the “Greek miracle had not yet outlived its life-cycle”; and on the other to claim the Greekness of what had recently come to be highly valued by European modernists: Greek prehistory. This is a conscious effort on behalf of Greek thinkers, at home and abroad, to claim the ethnic origin of prehistoric Hellas, in order to consolidate its (and theirs) European identity. As the international avant-garde was appropriating Cycladic art, in particular, it was fitting to remind them that what they treasured so much was actually Hellenic, therefore they had Greece to thank for it. Modernity had espoused Greek Neolithic and Cycladic art because it was not Greek; Zervos was now arguing that the Europeans should learn to love it because of its Greekness – its Hellenicity to be exact; and with it, restore Classical Greece to its former glory.
Since archaeology was being claimed by modernity, as one of the modern sciences par excellence, Greek modernists had to come up with an archaeology of their own. Greek modernist intellectuals, like their fellow-compatriot painters and poets, constructed their vital space allowing for the ample presence of Greece’s past. For the Greek Right, which proceeded to take an ever hardening line after 1936, Hellenicity became (and in some respects it still remains) a yardstick for patriotism, a disciplinary measure against its political opponents, and a means to curtail intellectual contacts with the West. Accusing all progressive intellectuals of cosmopolitanism, materialism, or – more crucially – communism, conservative thinkers – who came to consider antiquity as their home turf – pushed for a closed, xenophobic Hellenicity, one more readily prone to their control. Whereas for the Greek Right modernity constituted a mortal danger for the nation’s values, for the Greek avant-garde diachronic Hellenicity became a confirmation of their Europeanness and was, in result, seen as part of their modernity. Rather than a symptom of the nation’s embarrassing parochialism, its devotion to antiquity could pass as the main trait of its singularly modern nature – idiosyncratic but admirable nonetheless.
As Greece emerged from Ottoman occupation as a no-man’s-land between the Orient and the Occident – a utopia produced by the orientalist fantasies of the West – modernist ethos was embraced as a means to achieve the new state’s modernization. Under the stern European gaze – often disapproving or seemingly so – Greece strove to re-invent itself, once left to its own devices. Greek archaeology, or rather archaeology in Greece, had been conscripted in the strategically important mission to re-construct the nation’s history. By a bold leap of faith, any archaeological evidence was thought to enhance the notion of a glorious, coherent, and continuous past, by way of contributing to scientific knowledge about it; hence Zervos’ own admiration of Tsountas and his discoveries in the 1957 L’Art des Cyclades. As far as he was concerned, Cycladic art would be the perfect exponent of Classical Greek values now that the art of that period was falling from grace, overburdened by the damning accusations of academism and stagnation. Though this kind of archaeology may be criticized (and indeed it has been) as severely handicapped by internal incoherence, this is mainly due to the way (western) historians have been taught to treat cultural expressions of nationalism.
What Greek archaeologists such as Tsountas and intellectuals such as the 1930s Generation and Zervos were aiming at, was to compromise the “objective” modernity of their culture, as it was produced by the scientific rigour of archaeology, with the “subjective” antiquity of their homeland, as it was brought into existence by their collective national imagination. As Benedict Anderson has acutely pointed out, it is such kinds of paradoxical situations, inherent in the structure of nationalist thought yet unable to be remedied by it, that help us identify the nation as a “political community” imagined by its members. In Greece, this process of imagining the nation was subject to an instinctive urge to embrace modernity (which for many may have simply meant “modernization”), while at the same time placing an emphasis on the nation’s Hellenic identity (in the hope that Greece’s glorious past was to guarantee it a splendid future). For Greek intellectuals, the West had to be conquered, not merely joined, therefore they strove to construct a national artistic idiom which would be modern and un-Western at the same time. In this, predictably, they emulated ideological developments elsewhere, namely in new states in Asia and Africa emerging after a long anti-colonialist strife. As a nation-state of the “second generation”, Greece was bound to structure its national identity on an antithesis to occidental orthodoxy, even though Greek intellectuals themselves thought of their nation (and the state accommodating it) as genuinely “European”.
This explains, I would think, the central position of Cycladic art in the narrative for a primordial Hellenicity. For the Greek nationalist imagination, the silent, featureless, poignantly blind faces of the Cycladic figurines functioned (they still do) as double-faced mirrors reflecting the country’s “antiquity” and its “modernity” at the same time. Paradoxical and irrational, contrived or even blatantly untrue, these notions are expressions of a frustrated nation living besides itself. Archaeologists are invited to imagine these notions into being, “discovering” affinities to be integrated in the grand scheme of things, thus producing a new time-space continuum which, when projected to the future, becomes the nation’s structured past. The archaeologies of Tsountas and Zervos, of scientists, intellectuals, and laymen alike, fall well into this category, as do those of Le Corbusier, Raynal, and many more sun-struck hellenophiles who eagerly share their notions.





