20 Μαρ 2009

Ρυθμοί Μεγάλοι

Μια φοιτήτριά μου στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο με παρότρυνε να σχολιάσω το εγχείρημα του ΣΚΑΪ για την ανάδειξη των 100 Μεγάλων Ελλήνων. Δεν προτίθεμαι να το κάνω γιατί πιστεύω ότι η όλη επιχείρηση γελοιοποιείται από μόνη της. Ήρθε όμως στο νου μου μια άλλη "λίστα", σε ένα λιγότερο γνωστό, αλλά μάλλον περισσότερο επιτυχημένο μέσο - ένας κατάλογος όπου συγκεντρώνονται κάποιοι άλλοι "Μεγάλοι", κάποιοι που θα πίστευε κανείς ότι έχουν πια ξεχαστεί. Μήπως τελικά επιχειρούμε γιγαντιαία και αποφασιστικά βήματα προς τα πίσω;

Έλεγα και παλαιότερα πως, παράλληλα με το δόγμα της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού, καλλιεργείται, ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, η πεποίθηση πως η πολιτισμική ιδιαιτερότητα του έθνους οφείλεται, εκτός από την ιστορία του, και στη γεωγραφία του. Συνεπικουρούμενη από τις εικαστικές τέχνες, αλλά και την ποίηση και την πεζογραφία, η πεποίθηση αυτή έχει σφραγίσει τόσο την εγχώρια όσο και τη διεθνή εικόνα της Ελλάδας, σε βαθμό που σήμερα να είναι αδύνατο να απαλλαγούμε από αυτήν και τα στερεοτυπικά της παράγωγα. Η πίστη πως η ελληνική – όπως και κάθε άλλη φαντασιακή κοινότητα – είναι «παιδί της φύσης» αποτελεί προϊόν του περιβαλλοντικού ντετερμινισμού που επηρέασε βαθύτατα τον γερμανικό, κυρίως, ρομαντισμό και επηρέασε βαθύτατα και τους Έλληνες ρομαντικούς, με κορυφαίο παράδειγμα τον Περικλή Γιαννόπουλο, η ελληνολατρική διδασκαλία του οποίου υιοθετήθηκε και από τη «γενιά του τριάντα».

Η μεταφυσική αυτή πίστη στην ιδιομορφία του έθνους, για την οποία επιστρατεύεται αφενός το αρχαιοελληνικό πνεύμα και αφετέρου η ελληνική γη, προβάλλεται ως αντίδοτο στην «ξενόφερτη» νεωτερικότητα, την οποία ταυτίζει με τη Δύση και αντιμετωπίζει με εσωστρεφή περιφρόνηση και ξενοφοβική αλαζονεία. Δεν είναι τυχαίο ότι, στις μέρες μας, ο Περικλής Γιαννόπουλος γνωρίζει μεγαλύτερη αποδοχή απ’ ότι στην εποχή του, όταν η αδιαφορία των συγχρόνων του τον οδήγησε στη διαβόητη θεαματική αυτοκτονία του το 1910. Η αμετροεπής ρητορική του θεωρείται, φυσικά, «όπλο κατά της παγκοσμιοποίησης» και του «εξευρωπαϊσμού» του έθνους, και έχει εμπνεύσει ακόμη και … τραγούδια, όπως το αυτοαποκαλούμενο «σκληροπυρηνικό χιπ-χοπ» άσμα Ρίμες απ’ ατσάλι του καλλιτεχνικού διδύμου Αρτέμης-Ευθύμης (στο οποίο γίνεται υμνητική αναφορά και στους λεγόμενους «κολλυβάδες», τους σκληροπυρηνικούς αντι-διαφωτιστές αγιορείτες μοναχούς του 18ου αιώνα!).

Οι δύο καλλιτέχνες - αυτοαποκαλούμενοι ο διαλεχτός της άρνησης (Αρτέμης) κι ο ακριβογιός της πίστης (Ευθύμης) επιχειρούν να δομήσουν - και το καταφέρνουν - ένα άκρως ρομαντικό προφίλ, βασισμένο στο έπος του απομονωτισμού, της ξενοφοβίας και της ηρωικής οπισθοδρόμησης («πίσω ολοταχώς!»). Ακούστε:


video


Ρίμες από ατσάλι - Ρυθμοί μεγάλοι

[…]Πάνω από την μετριότητα,
ψάχνουμε για πνευματικότητα
κι αυτό το γνωρίζει η χιπ-χοπ κοινότητα
Ζητάμε πρότυπα που οικοδομούν προσωπικότητα
κι όχι τα καθιερωμένα χιπ-χοπ στερεότυπα.
Παραδοσιακός και επαναστάτης εν τω άμα,
Και καμία προπαγάνδα,
δεν αρκεί για να το σταματήσει,
στο 'χα πει, αλλά δεν είχες εννοήσει,
ότι δεν είμαι ο Έλληνας που έχεις συνηθίσει!
Και διατηρώ ακόμα,
μέσα στην σηπεδώνα,
την ελληνική γραμμή
και το ελληνικό το χρώμα
όπως, πριν από έναν αιώνα,
ο Περικλής Γιαννόπουλος
τ' αντίθετο θα 'ταν αισχύνη, θα 'ταν όνειδος!

Το ξέρεις!
Δεν θα καταφέρεις, να με συνεφέρεις!
Ρομαντικός, όπως ο Μάρκος Ρενιέρης!
Δεν αλλάζω δρόμο
και αν κρατάς μικρόφωνο για την ΄κονόμα,
το κρατώ για τον Κωνσταντίνο Οικονόμο!
Δηλώνω: δεν μ' εμπνέουν τηλεοπτικοί λαπάδες
μα, πνευματικές λαμπάδες
όπως οι Κολλυβάδες!
Το χιπ χοπ με έχει στρατιώτη,
απ' την μέρα την πρώτη,
Όπως η αττική διάλεκτος είχε τον Μιστριώτη!

Επιμελώδημα:

Μεσ' απ' το σκοτάδι
πάλι βγάζουμε κεφάλι.
Πάλι ρίμες απ' ατσάλι,
πάλι ειν' οι ρυθμοί μεγάλοι.

Σε αυτά τα κείμενα, η νοσταλγία για το ελληνικό παρόν καλλιεργείται μέσα από την επίκληση στις αξίες του παρελθόντος, όπως «η ελληνική γραμμή και το χρώμα» του Γιαννόπουλου, η ορθοδοξία κ.ο.κ., με τη μορφή «λίστας» των μεγάλων αντιδραστικών (να, λοιπόν, ποιος μπορεί να θυμάται σήμερα τον Μιστριώτη!). Φτάνουμε έτσι στη σύμπηξη ενός νέου δόγματος περί της ελληνικής διαφοράς, μέσω μιας ψευδώς ιδιοπρόσωπης προσέγγισης στον εθνικό μυστικισμό, η οποία υιοθετείται από τη ρητορική του ελληνικού εθνικισμού, κυρίως στην πεζή εκδοχή του. Η διάδοση του Ίντερνετ ευνόησε ιδιαίτερα παρόμοιες φωνές, οι οποίες κυριαρχούν στον κυβερνοχώρο, δίνοντας την εντύπωση πως η Ελλάδα κατοικείται από φανατικούς ελληνολάτρες που αγρυπνούν στις επάλξεις περιμένοντας την «παγκοσμιοποίηση» να αλώσει τις αξίες του έθνους αλλοιώνοντας τα προαιώνια χαρακτηριστικά της φυλής. Αν και η πλειονότητα αυτών των δράσεων – συνηθέστερα με τη μορφή ιστολογίων ή διαδραστικών φόρουμ – δεν αντέχει σε σοβαρή ιστορική κριτική, φαίνονται να επιτελούν ένα βασικό σκοπό, παρέχοντας διέξοδο στη συλλογική εθνική απόγνωση κάποιων περιθωριακών (προς το παρόν;) ομάδων. Αναπόφευκτα, το δίπολο «εθνική ταυτότητα» και «παγκοσμιοποίηση» αποτελεί το σχεδόν αποκλειστικό πεδίο δράσης τους.

Η γραφικότητα αυτών των εξάρσεων δεν θα πρέπει να μας παρασύρει στην εκ των προτέρων απόρριψη της πολιτισμικής τους αξίας. Όσο κι αν η αισθητική τους ενδεχομένως δεν μας αφορά (είναι σαφές ότι οι Ρίμες απ’ ατσάλι, για παράδειγμα, δεν είναι γραμμένοι για ιστορικούς μιας κάποιας ηλικίας), τα «οργισμένα» αυτά πονήματα μάς υπενθυμίζουν ότι οι κοινότητες στην περιφέρεια της Δύσης – ή σε πολιτισμική και πολιτική εξάρτηση από αυτήν – προχωρούν, όπως ειπώθηκε και στην εισαγωγή του παρόντος τόμου, σε μη δυτικές, ιδιοσυγκρασιακές ενδεχομένως αλλά πάντως αυθεντικές εκδοχές της νεωτερικότητας, πέρα από τον έλεγχο των μητροπολιτικών κέντρων από τα οποία εκπορεύεται η «κανονική» εκδοχή της (το άσμα των Αρτέμη / Ευθύμη κυκλοφορεί από την «mainstream» Heaven). Έτσι, η αστραπιαία διάδοση του εθνικιστικού ιδεώδους πέρα από τα γεωγραφικά και πολιτισμικά όρια της Δύσης οδήγησε στην ανάδυση εθνικισμών σε ευθεία αντιπαράθεση με την ηγεμονία των δυτικών αποικιοκρατικών δυνάμεων (και την πολιτιστική τους πρωτοκαθεδρία).

Είναι, τελικά, η παγκοσμιοποίηση αυτών των κινημάτων που τα καθιστά αναγνωρίσιμα.

Όμως θα συνεχίσω συστηματικότερα στο προσεχές μέλλον.

13 Μαρ 2009

Η διάθλαση των οριζόντων (iii)

Δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλο κομμάτι του διαλόγου για την παγκοσμιοποίηση διεξάγεται περί και εντός των όρων και των ορίων του εθνικού κράτους και με τελικό διακύβευμα αυτό που ονομάζουμε εθνική κουλτούρα.

Αν η παγκοσμιοποίηση επαγγέλλεται έναν «κόσμο χωρίς σύνορα», γεωγραφικά, πολιτικά και πολιτισμικά, δεν αποτελεί θανάσιμο πλήγμα για το «χαϊδεμένο παιδί» της Ιστορίας, το εθνικό κράτος; Κι αν αυτό είναι όντως έτσι, πρέπει να πολεμήσουμε για να σταματήσουμε την οδυνηρή αυτή εξέλιξη ή μήπως να αναστενάξουμε με ανακούφιση για το τέλος μιας ξεπερασμένης πραγματικότητας;

Οι απόψεις, και πάλι, διίστανται δραματικά: υπάρχουν, κατά πρώτον, αυτοί που θεωρούν ότι το εθνικό κράτος δεν κινδυνεύει από το τέλος της νεωτερικότητας διότι δεν αποτελεί πνευματικό της τέκνο, αλλά την προοικονομεί και την προετοιμάζει. Για άλλους, το εθνικό κράτος είναι δομικό στοιχείο της παγκοσμιοποίησης, την υπηρετεί και την εμπεδώνει. Άλλοι πάλι, που δηλώνουν απόλυτα αντίθετοι με τον επιθετικό κορπορατισμό και την ισοπεδωτική ιδεολογία βάσει των οποίων οργανώνεται το πρόγραμμα της παγκοσμιοποίησης, επιμένουν πως – παρά τις εγγενείς ή επίκτητες αδυναμίες του – το εθνικό κράτος «ίσως είναι η μόνη πολιτική δομή που μπορεί να προστατέψει τους λαούς του τρίτου κόσμου από το ολοκληρωτικό σύστημα που επιχειρούν να εγκαθιδρύσουν τα ολιγοπώλια». Είναι, άλλωστε, κοινή παραδοχή πως η παγκοσμιοποιητική στρατηγική, εστιάζοντας στις υπερεθνικές δράσεις, οξύνει τα τοπικά προβλήματα, είτε θέτοντάς τα σε παγκόσμιο ορίζοντα (π.χ. συγκριτικές διαφορές Βορρά – Νότου) είτε, απλά, αγνοώντας τα. Ακόμη όμως και όσοι, όπως ο Giddens για παράδειγμα, θεωρούν ότι η παγκοσμιοποίηση (την οποία ο συγκεκριμένος μελετητής αναγνωρίζει ως «εγγενές στοιχείο της νεωτερικότητας») δεν απειλεί τη νομική υπόσταση του εθνικού κράτους ούτε τη φυσική του παρουσία, παραδέχονται ότι απειλεί παρ’ όλα αυτά την πολιτιστική του αυτονομία, άποψη που βέβαια συμμερίζονται πολλοί και στην Ελλάδα. Η ανεμπόδιστη διάχυση ιδεών, επιρροών, αλλά και πρακτικών στην οικονομία, την τέχνη, τη διασκέδαση, τον ελεύθερο χρόνο, τους κοινωνικούς θεσμούς, συντελεί στη δημιουργία μιας παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας, βασισμένης λίγο, ή καθόλου, σε αυτό που έχουμε συνηθίσει να αναγνωρίζουμε ως «εθνική κληρονομιά».

Παράλληλα, με την ενθάρρυνση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, το κοινό διεκδικεί ενεργό ρόλο στην επαναδιαπραγμάτευση του παρελθόντος, στη διαχείριση της κοινής πολιτισμικής κληρονομιάς, αμφισβητώντας την άλλοτε αδιαφιλονίκητη πρωτοκαθεδρία θεσμών, κρατικών συνήθως, όπως το πανεπιστήμιο ή το μουσείο. Συγκροτείται έτσι, σε επίπεδο εθνικό («ντόπιοι») ή υπερ-εθνικό («τουρίστες»), ένα οργανωμένο καταναλωτικό κοινό τού συλλογικού πολιτισμικού κεφαλαίου, που συνειδητοποιεί, σταδιακά, τη δύναμή του ως αμέσου ή εμμέσου χορηγού της πολιτισμικής έρευνας την οποία και εννοεί να ελέγχει (επαληθεύοντας την πρόβλεψη περί ωσμώσεων που κινούνται «από κάτω προς τα επάνω». Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι η συζήτηση γύρω από τον πολιτισμό συχνά περιστρέφεται γύρω από τα «πολιτισμικά» – κατά το «καταναλωτικά» – αγαθά. Αντίθετα, η πλειονότητα των διανοουμένων, πανεπιστημιακών ή θεσμικών φορέων αντιμετωπίζει με δυσπιστία την είσοδο του «υψηλού» πολιτισμού (αρχαιολογία, καλές τέχνες κλπ) στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο της μαζικής κουλτούρας, των μέσων μαζικής ενημέρωσης και της αγοράς, προειδοποιώντας για την αλλοτρίωση του πρώτου από τον δεύτερο. Επικαλούνται, επικουρικά, την κοινότυπη πλέον αντίληψη ότι τα φαινόμενα αυτά είναι υπεύθυνα για τα εκφυλιστικά συμπτώματα των κοινωνιών του όψιμου καπιταλισμού, τις οποίες βλέπουν να δελεάζονται από το επιφανειακό, το ρηχό, το εφήμερο και το εμπορικό.

Πόσο κινδυνεύει η (εθνική) κουλτούρα από τη χρήση της και την ώσμωση που αυτή επιφέρει; Πρέπει, εν τέλει, να φοβόμαστε αυτό που ο Fredric Jameson και άλλοι αποκαλούν «Ντισνε-οποίηση» (Disneyfication) της κουλτούρας; Ή, αποδεχόμενοι ως πραγματική την ανάγκη επαναδιαπραγμάτευσης του συλλογικού παρελθόντος μέσα από την αναδυόμενη κουλτούρα της παγκοσμιοποιημένης μνήμης (που έχει πλέον απεξαρτηθεί από τα παραδοσιακά κέντρα ελέγχου), να ασκήσουμε το δικαίωμά μας στην διάκριση και την επιλογή μέσα (και) από τους μηχανισμούς της μαζικής κουλτούρας και των media; Κινδυνεύει πράγματι αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως «εθνική κουλτούρα» από τις εξελίξεις σε έναν κόσμο όπου τα ίδια τα άλλοτε κραταιά εθνικά κράτη παραχωρούν οικειοθελώς τμήμα της κυριαρχίας τους σε υπερεθνικούς (οικονομικούς, πολιτικούς, πολιτιστικούς) φορείς;

Παραδοσιακά ορίζουμε την κουλτούρα ως ένα σύστημα ποιοτικών χαρακτηριστικών και των δομών που τα συνέχουν. Οδηγεί αυτή η παραδοχή στην κατασκευή και ενδεχομένως και τη «θεοποίηση» ενός απολιθωμένου παρελθόντος; Η Ελλάδα ειδικότερα, μια χώρα όπου ο διάλογος για τη διάσωση και προβολή του παρελθόντος καταλαμβάνει σημαντικό τμήμα της εντόπιας πνευματικής ζωής, πώς μπορεί να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις που θέτει το παγκοσμιοποιημένο τοπίο; Η συζήτηση περί παγκοσμιοποίησης αναγκαστικά εγγράφεται στη συζήτηση περί της μετα-νεωτερικότητας και των ορίων της νεωτερικότητας. Είτε δηλαδή αποδεχόμαστε ότι το μοντέρνο και το μετα-μοντέρνο αποτελούν στάδια μιας ιστορικής συνέχειας ή ασυνέχειας, είτε θεωρούμε το δεύτερο τη διάψευση του πρώτου, καλούμαστε να αναθεωρήσουμε τις βεβαιότητες που έχουν παγιωθεί στη συνείδησή μας σχετικά με τη νεωτερικότητα καθώς η προβληματική προβάλλεται πλέον στον παγκόσμιο ορίζοντα. Η συζήτηση αυτή δείχνει ότι η νεωτερικότητα αγγίζει τα όριά της, όχι τόσο τα χρονικά, όσο τα γεωγραφικά.

Η παρούσα εμπειρία χαρακτηρίζεται από «ασυνέχειες», «ανισότητες», «μειονότητες» (όρους που δανείζομαι από τον Homi Bhabha) και την πολυφωνία που αυτές συνεπάγονται. Η «εξαγωγή» - ειρηνική ή μη – του νεωτερικού ήθους από τα μητροπολιτικά κέντρα στα περιφερειακά δημιούργησε, διακόσια χρόνια τώρα, μια νέα πραγματικότητα η οποία χαρακτηρίζεται πλέον από γενικευμένη ρήξη. Κάθε άλλο παρά καταδικασμένες να είναι εσαεί «καταναλωτές της νεωτερικότητας», οι μη δυτικές κουλτούρες έχουν προχωρήσει σε αυθεντικές, ιδιοσυγκρασιακές, μη δυτικές εκδοχές του μοντέρνου, τις οποίες διεκδικούν. Η Ελλάδα, ως μια χώρα στις παρυφές της Δύσης, σε μόνιμη σχεδόν πολιτική και πολιτισμική εξάρτηση με τη Δύση, αλλά και σε ρήξη (επίσης πολιτική και πολιτισμική) με αυτήν, προτάσσει αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως «εθνική κουλτούρα» ως αντίδοτο στις επιβουλές κάθε ανοίκειας επιρροής. Έχοντας διαγνώσει σε αυτό που ορίζουμε ως «κουλτούρα της παγκοσμιοποίησης» τον συγκρητισμό και τον εκλεκτικισμό ως δύο βασικές πνευματικές ποιότητες, αντιδρούμε βίαια στο ενδεχόμενο να αλλοιωθεί το εθνικό πνευματικό στίγμα – αυτό που προβάλλουμε ως αυθεντικό, ενιαίο, συνεχές, προαιώνιο, γεωγραφικά και φυλετικά καθορισμένο.

Κεντρική θέση στη διαμάχη, ως βασικά επιχειρήματα των αντικρουόμενων πλευρών, όσο και τελικά διακυβεύματα της ίδιας της διαμάχης αυτής, αποτελούν το παρελθόν – ως συλλογικό κτήμα και ιδεολογικό έρεισμα – και η μνήμη – ως συγκρουσιακός τόπος μεταξύ των «ιδιοκτητών» του παρελθόντος και των διεκδικητών του. Όσο οι εθνικές δυνάμεις αισθάνονται ότι η πολιτισμική «ιδιομορφία» που τις συνέχει και τις αιμοδοτεί απειλείται από την παγοσμιοποιητική ισοπέδωση, τόσο επιχειρούν να προβάλουν, ως πνευματικό αντιστάθμισμα και ελιξίριο πολιτιστικής μακροζωίας, αυτό που οι ίδιες ορίζουν ως «εθνική κουλτούρα».

Η ειρωνεία έγκειται στο ότι τα μέσα που μετέρχονται για το σκοπό αυτό, είναι τα ίδια τα αποκηρυγμένα μέσα που λειτουργούν ως όπλα της παγκοσμιοποίησης: η γλώσσα της αγοράς, οι στρατηγικές της επικοινωνίας, και το δέλεαρ του καταναλωτισμού. Όσο οι τοπικές βιομηχανίες, θύματα της παγκοσμιοποίησης της αγοράς, παρακμάζουν – κάτι που βιώνουμε στην Ελλάδα με αυξανόμενους ρυθμούς τις τελευταίες δεκαετίες – τόσο η ανάγκη να εκμεταλλευτούμε οικονομικά (μέσω του τουρισμού) το εθνικό «παρελθόν» καθίσταται ολοένα και πιο επιτακτική. Λέγεται συνεχώς, ήδη από τη δεκαετία του 1980 νομίζω, πως «ο πολιτισμός αποτελεί τη βαριά βιομηχανία της Ελλάδας» δήλωση που επαναλαμβάνεται κατά κόρον από τους υπουργούς πολιτισμού και τουρισμού της χώρας: ίσως είναι καιρός να αντιληφθούμε τη ζοφερότητα αυτής της διαπίστωσης που συνιστά, κατά τη γνώμη μου, αποδοχή συντριπτικής ήττας.

Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, η ανάδειξη, μέσω του «εξωραϊσμού» και των αναστηλώσεων, της μνημειακής πολιτιστικής κληρονομιάς στην Ελλάδα ήταν ρητά συνδεδεμένη με την επαγγελία της τουριστικής ανάπτυξης, είχε δηλαδή τον χαρακτήρα της «προς τα έξω» και όχι «προς τα μέσα» προβολής του εγχώριου πολιτισμικού κεφαλαίου, με εκπεφρασμένο σκοπό την εξαργύρωσή του.

Πολιτικά, αλλά και πολιτισμικά, το εθνικό κράτος φαίνεται «πολύ μικρό για τα μεγάλα προβλήματα στη ζωή, και πολύ μεγάλο για τα μικρά». Καλούμαστε να αποφασίσουμε ποιος εχθρός είναι δεινότερος: το παγκόσμιο κεφάλαιο και η κοσμοπολίτικη πολιτισμική αγορά, ή η εθνική μονόπλευρη στενομυαλιά; Ενδεχομένως να πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα νέα προβλήματα με νέα όπλα, και στη διαδικασία αυτή να επανεξετάσουμε τη συγκρότηση της εθνικής κουλτούρας. Αν αντιμετωπίζουμε την εθνική κουλτούρα ως ένα σύνταγμα στοιχείων απολιθωμένων στο προαιώνιο παρελθόν, καθαγιασμένων από την Ιστορία, είναι σαφές ότι κινδυνεύει από την παρούσα ρήξη με τον χρόνο. Η μετατόπιση της οπτικής ευνοεί, υποθέτω, την εκ νέου προσέγγιση στην οντολογία της εθνικής κουλτούρας, πέρα από την αποκρυσταλλωμένη ματιά άλλων εποχών.

6 Μαρ 2009

Η διάθλαση των οριζόντων (ii)

Η συζήτηση γύρω από την παγκοσμιοποίηση τέμνει τη συζήτηση περί μετα-νεωτερικότητας, και σε ορισμένα σημεία ταυτίζεται με αυτήν. Από τη μια μεριά τοποθετούνται οι αναλυτές που ανήκουν στη μαρξιστική παράδοση, για τους οποίους η παγκοσμιοποίηση είναι ένα ακόμη (αναπόφευκτο;) στάδιο στην εξέλιξη του ύστερου ή ύστατου καπιταλισμού, όπως άλλωστε και αυτό που ονομάζουν μετα-μοντέρνα κατάσταση. Όπως παρατηρεί σε ένα κείμενό του ο Fredric Jameson (ο οποίος πάντως εντάσσεται δυναμικά σε αυτήν την κατηγορία μελετητών, αν δεν είναι και ο κεντρικός εκπρόσωπός της), ακόμη κι αν μας ενθουσιάζουν τα τεχνολογικά επιτεύγματα, θρηνούμε την απώλεια της δόξας του μοντέρνου – τις δυνατότητες που χάριζε ο μοντερνισμός στην τέχνη, την υποχώρηση της Ιστορίας από το βάθρο του θεμελιώδους ερμηνευτή της ανθρώπινης ύπαρξης, και – κυρίως – το τέλος τού κατ’ εξοχήν νεωτερικού πεδίου συζήτησης (και διαμάχης) όπου οι μεγάλες ιδεολογίες κρατούσαν τη δύναμη και το κύρος των μεγάλων θρησκειών άλλων εποχών. Όλα αυτά για να καταλήξει στη διαπίστωση ότι «η παγκοσμιοποίηση είναι μια επικοινωνιακή σύλληψη, που συγκαλύπτει και διαδίδει εναλλάξ πολιτισμικά ή οικονομικά νοήματα».

Αναπόφευκτα, παρόμοιες περιγραφές του παγκοσμιοποιημένου πεδίου επικεντρώνονται στον ρόλο των παντοδύναμων πολυεθνικών εταιριών και την εμπλοκή τους στις οικονομίες του Τρίτου Κόσμου, τον αποσταθεροποιητικό – κατά την εκτίμησή τους – ρόλο των υπερεθνικών οργανισμών και της παρεμβατικής δράσης τους σε παγκόσμιο επίπεδο (μέσω των νέων, πανίσχυρων, διακρατικών συμφωνιών που ενεργοποιήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1990), και γενικότερα στις στρατηγικές και τους μηχανισμούς του διεθνούς κεφαλαίου το οποίο διατρέχει κουλτούρες και σύνορα.

Από την αντίπερα όχθη, αρθρώνεται ένας εξίσου δυναμικός αντίλογος, ο οποίος, εκτός από το να αλλάζει τους όρους του παιγνιδιού, διαμορφώνει εκ νέου τη «γεωγραφία» της συζήτησης, μεταφέροντάς την τόσο σε νέα επιστημονικά πεδία, όσο και σε νέα κέντρα διακίνησης ιδεών. Ένας αριθμός μελετητών – κυρίως κοινωνικών ανθρωπολόγων και πολιτισμικών ιστορικών – διατυπώνει την αντίθεσή του με την οπτική των αναλυτών της άλλης πλευράς, κυρίως αυτών της μαρξιστικής παράδοσης τους οποίους κατηγορεί για «εκ των προτέρων κατανόηση των παγκόσμιων ιστοριών». Αναφέρομαι στον Arjun Appadurai, τον πασίγνωστο πλέον Ινδό ανθρωπολόγο (με μακρά σταδιοδρομία σε αμερικανικά πανεπιστήμια), ο οποίος ήδη από τη δεκαετία του 1990 παρουσίασε μια καινοτόμο θεωρία για αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε – καταχρηστικά ενδεχομένως – «παγκοσμιοποιημένη μετα-νεωτερικότητα», βλέποντάς την ως αποτέλεσμα διάχυσης ιδεών και διασποράς ομάδων, της δημιουργίας αυτού που ο ίδιος ονομάζει εθνο-τοπία (ethno-scapes), νέων πολιτισμικών οντοτήτων που απειλούν τη νομιμότητα και την υπόσταση του παραδοσιακού εθνικού κράτους (κάτι που ο ίδιος ο Appadurai δεν απεύχεται).

Σε πιο πρόσφατα κείμενα, ο ίδιος μελετητής αλλά και άλλοι, προτείνουν μια καινοτόμο προσέγγιση στην προβληματική γύρω από την παγκοσμιοποίηση: πέρα από τα όρια της Δύσης, έξω από τα παραδοσιακά κέντρα παραγωγής και διακίνησης ιδεών (δηλαδή τα αμερικανικά ή εν γένει «δυτικά» πανεπιστήμια), πέρα από την κατεστημένη οπτική της διάκρισης μεταξύ «προηγμένου Βορρά» και «υποανάπτυκτου Νότου», έξω από την παγιωμένη ανάλυση περί «δημοκρατικής Δύσης» και «θεοκρατικής Ανατολής» κ.ο.κ. Αντιπαρέρχονται τη διαφωτιστική αντίληψη περί «μητροπολιτικής» επιστήμης, συγκεντρωμένης σε ένα ή ολίγα προνομιούχα κέντρα γνώσης (που λειτουργούν και ως πόλοι έλξης για τα «φωτισμένα» μυαλά εκτός Δύσης, δημιουργώντας έτσι την ίδια τη διασπορά επιστημόνων που τώρα απειλεί την πρωτοκαθεδρία τους) και ομιλούν περί παγκοσμιοποίησης, ναι, την οποία αποδέχονται και υποδέχονται με αισιοδοξία, αλλά μιας παγκοσμιοποίησης, όπως την ονομάζουν, που κινείται και εδραιώνεται «από κάτω προς τα επάνω», και κατά συνέπεια από την περιφέρεια ή και τους αντίποδες της μητροπολιτικής Δύσης προς το κέντρο της. Προσβλέποντας σε αυτή την αλλαγή της οπτικής, προσδοκούν στη δημοκρατία εκ νέου (όχι απαραίτητα δυτικού τύπου, διατιθέμενη προς εξαγωγή, με ειρηνικά μέσα ή μη) και θεωρούν ότι δικαιούνται να ονειρεύονται την, επί τέλους, πραγμάτωση της ουτοπίας.

Ο διάλογος είναι συναρπαστικός, όσο και βασανιστικά αμφίρροπος: ποιο είναι το διακύβευμα της παγκοσμιοποίησης; Το τέλος της νεωτερικότητας ή η θριαμβευτική εγκαθίδρυση του «μετά»; Η σπαρακτική διάψευση της ουτοπίας ή μια «διαθήκη» εκ νέου «καινή»; Πρέπει να αγωνιστούμε για την παλιννόστηση των νεωτερικών βεβαιοτήτων ή να αποδεχτούμε με εγκαρτέρηση (ή και ενθουσιασμό;) την οριστική αναίρεσή τους; Ζούμε την διεύρυνση των οριζόντων ή τη διάθλασή τους;